Γιώργος Καρτάκης / Yòrgos Kartàkis

logopoiein

a cura di Massimiliano Damaggio

 

 

από την συλλογή “Διασπορά”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015
dal libro “Diaspora”, edizioni Gavriilìdis, 2015


 

Του Βασιλάκη Σ.

Στον Βασίλη Σταριάδη

 

Βασιλάκη, του λέω, τί κάνεις με τόσο θάνατο,

δε σε πονούν τα κόκαλά σου;

 

Βασιλάκη, του λέω, το βλέπω στις φωτογραφίες

πως την απόφαση την είχες πάρει.

– Τί καταλαβαίνεις κι εσύ: μου απαντά.

 

Βασιλάκη, του λέω, σε νιώθω, σε νιώθω…

– Είναι που τον κουβαλάς κι εσύ, μου λέει.

 

Βασιλάκη, του λέω, πώς άντεξες;

– Όπως θ’ αντέξεις κι εσύ, μου λέει.

 

Βασιλάκη, του λέω, μου λείπεις!

 

Με κοίταξε γελαστός, έβαλε τα χέρια στις τσέπες κι απομακρύνθηκε. Το μπλε μπουφάν. Το πράσινο δέντρο. Ήταν μάλλον ελιά. Ο τοίχος ξεπλυμένο κόκκινο, γδαρμένο κόκκινο δεκαετίας. Προχώρησε στην αυλή. Άκουγα βήματα από δερμάτινες σόλες. Κάπου υπάρχει ένας βασιλικός, έλεγα. Ήμουνα σίγουρος. Κάπου υπάρχει κάτω απ΄την ελιά και σκιάζεται τα καλοκαίρια. Ο δικός μου νεκρός. Ο Βασιλάκης. Το χαμόγελό του.

 

Μόνο ποιήματα πεθαμένων θα διαβάζω πια.

Αυτοί ξέρουν.

 

 

Vassilàkis S.

a Vassìlis Steriàdis

 

Vassilàkis, gli dico, che fai con tanta morte,

non ti fanno male le ossa?

 

Vassilàkis, gli dico, lo vedo nella fotografia

che l’avevi presa, la decisione.

– Tu che ne vuoi sapere? mi risponde.

 

Vassilàkis, gli dico, ti sento, ti sento…

– È che anche tu la trasporti in te, mi dice.

 

Vassilàkis, gli dico, come hai resistito?

– Come farai anche tu, mi dice.

 

Vassilàkis, gli dico, mi manchi!

 

Mi guardò, rideva, s’infilò le mani in tasca e si allontanò. Blu il giaccone. L’albero verde. Forse un ulivo. Il muro rosso scolorito, rosso scorticato, anni e anni. Avanzò nel cortile. Sentivo questi passi di cuoio. Da qualche parte c’è del basilico, dicevo. Sicuro. Da qualche parte, sotto un ulivo, nell’ombra dell’estate. Il mio morto. Vassilàkis. Il suo sorriso.

 

Leggerò solamente le poesie dei morti.

Loro sanno.

 

 

*

 

 

Κουβέντα κάνουμε τώρα;

Πέρασα τη μισή μου ζωή στα νοσοκομεία
δείχνοντας φλέβες, μιλώντας για φόβο
κι έχω την αίσθηση
πως οι γιατροί
ήξεραν κάτι παραπάνω,
μα δεν το αποκάλυπταν.
Το διάβαζα στις ετικέτες των ορών,
το ψιθύριζαν στο αυτί των νοσοκόμων,
οι καθαρίστριες το έτριβαν χλωρίνη.
Πάντα οι διάδρομοι γυάλιζαν
από ένα νυσταγμένο φως
κι εγώ απαγορευόταν να καπνίσω
και να πιω καφέ.

Μόνο σε κάτι τουαλέτες κοινές
τράβαγα τη βελόνα
και άφηνα το αίμα
να σταλάξει στις ακαθαρσίες.

Το θέαμα τις νύχτες μού ξόρκιζαν
με υπνωτικά,
όταν ο διπλανός βογκούσε
απ΄τα βάθη του στήθους του
και η νυκτερινή ούρλιαζε στη γραμμή
για κάποιο επείγον.

 

 

Ma stiamo a chiacchierare?

 

Ho passato metà della vita negli ospedali

mostrando le vene, parlando per paura

e ho come l’impressione

che i medici

sapessero qualcosa di più,

ma mica lo dicevano.

 

Io lo leggevo sull’etichette della flebo,

lo bisbigliavano all’orecchio degli infermieri,

le donne delle pulizie

lo sfregavano con la clorina.

 

Sempre splendenti i corridoi

d’una luce assonnata

e mi era proibito fumare

e bere caffè.

 

Solo al bagno dei visitatori

mi tiravo via l’ago

lasciavo il sangue gocciolare

nel lerciume.

 

Mi esorcizzavano ogni visione notturna

con il sonnifero,

quando quello di fianco gemeva

dal fondo del petto

e il medico di guarda urlava al telefono

per qualche urgenza.

 

 

*

 

 

Συναντώντας τον Αντόρνο τη νέα χιλιετία

Nach Auschwittz ein Gedicht zu schreiben, ist barbarisch

 

Καμιά φορά βγάζω νύχια,

τους επιτρέπω, δηλαδή, να μεγαλώσουν,

κι αν βγω στο δρόμο, κάθε εικόνα με πονά.

-Ποιά ποίηση, λέω τότε,

δεν βλέπεις τον ανθρώπινο πόνο;

 

Τον βλέπω.

Πονούν, γιατί πονούν τον πλησίον.

Πεινούν, γιατί ληστεύουν τον πλησίον.

Εξαπατούνται, γιατί εξαπατούν τον πλησίον.

Ιδρύουν συλλόγους

εναντίον του πόνου,

εναντίον της κλοπής,

εναντίον της απάτης,

κι αρχίζουν πάλι ανάμεσά τους

να πληγώνονται, να ληστεύονται και να εξαπατούν.

 

Γυρίζω τότε πίσω.

Τόσο κακός που απόμεινα μόνος

και γράφω στίχους:

 

-Ναι, μου αξίζει η τιμωρία αυτή!

 

 

Incontro con Adorno nel nuovo millennio

Nach Auschwittz ein Gedicht zu schreiben, ist barbarisch

A volte io tiro fuori le unghie,

gli permetto, insomma, di crescere,

e se esco per strada ogni immagine mi fa del male.

 

– Ma quale poesia, dico,

non lo vedi il dolore dell’uomo?

– Lo vedo.

Soffrono, perché feriscono il prossimo.

Hanno fame, perché derubano il prossimo.

Sono ingannati, perché ingannano il prossimo.

Fondano associazioni

contro il dolore,

contro il furto,

contro la frode,

e subito ricominciano, fra loro

a ferirsi, derubardi e ingannarsi.

 

Allora torno indietro.

Tanto il male che sono rimasto da solo

a scrivere versi.

– Sì, me lo merito

questo castigo.

 

 

*

 

 

Μόνιμος κάτοικος

 

“Monsieur” μου λέει,

“θα κλείσουμε.

Το ξενοδοχείο θα κλείσει και πρέπει να φύγετε”.

Εξεπλάγην

“Και οι αποθηκευτικοί χώροι θα κλείσουν,

όπως ορίζει ο προφήτης,

αύριο ως τις δώδεκα λοιπόν”.

 

Και πού να περιπλανηθώ σ’ ετούτη την Κωνσταντινούπολη,

πάνω σε επτά λόφους,

σε επτά τόπους,

με επτά ψυχές

που ερίζουν τυφλά

και σέρνουν τα κορδόνια από τις γέφυρες

η κάθε μια απ’ τη μεριά της,

μέχρι να σπάσει,

μέχρι να σπάσει η ανατολή

σε χιλιάδες γυαλάκια μικρά

σαν θηλυκά διάφανα

στ΄ άγαρμπα χέρια των σουλτάνων;

 

Και πού να φύγω

που ούτε πιρόγα στο Βόσπορο ούτε πανί,

μόνο δυο τρία λαυράκια πράσινα που τα λέγανε ψάρια,

μια μυρωδιά υπόνομου,

ουρητήρια παντού ουρητήρια

και άντρες να πλένουνε το πέος τους επιμελώς,

γιατί ήταν ραμαζάνι κι έπρεπε

τη χειραποσκευή ν΄ αφήσουνε στους οχετούς

που άνοιγε ο δήμος.

 

Έκανα μια να κινήσω για πίσω:

“Πίσω” λέω, “η ψυχή μου μετά των ομοφύλων”,

μα με απέπεμπε η πατρίδα ειρωνικά.

Ήθελε βίζα

– κάτι περίεργοι καινούργιοι νόμοι που άλλαζαν –

κι αμφισβητούσε τα στοιχεία της ταυτότητας μου.

Αλλά ούτε να ψηλώσω προλάβαινα,

ούτε να γίνω καλύτερος

ή πιο μελαχρινός,

μόνο τις βαλίτσες μου μάζεψα,

τον οδηγό,

κάτι κάλτσες,

το μόνο καθαρό εσώρουχο

και φυγαδεύτηκα το βράδυ

σώος και υγιής

σε άλλο ξενοδοχείο.

το λεγόμενο “Paradise”.

 

 

Il residente

 

“Monsieur” mi dice,

“chiudiamo.

L’albergo chiude e dovete andarvene”.

Sorpresa

“Anche il guardaroba chiude,

come dice il profeta,

quindi domani fino alle dodici”.

 

E dove vado in questa Costantinopoli,

su sette colli,

in sette posti,

di sette anime

che litigano alla cieca

e tirano i cavi dai ponti

ognuna dalla sua,

fino a spezzarli,

fino a spezzare l’oriente

in mille piccoli vetri

come femmine diafane

fra le mani grette dei sultani?

 

E dove posso andare,

non una piroga sul Bosforo, non una vela,

solo due tre spigole verdi che chiamavano pesci,

un puzzo di fogna,

pisciatoi dappertutto pisciatoi

e gente che si lavava ben bene il pene,

perché era ramadan e dovevano

lasciare la valigia nelle cloache

aperte dal comune.

 

Feci per tornare indietro:

“Indietro” dico, “la mia anima dopo i pari sesso”

ma la patria mi scacciava con ironia.

Voleva il visto

– certe nuove strane leggi appena fatte –

e dubitava dei dati della mia identità.

Ma non ce l’ho fatta a crescere ancora,

né a diventare migliore

o più scuro,

ho raccolto solo le mie valigie,

la guida,

delle calze,

l’unica mutanda pulita

e sono evaso la sera

sano e salvo

per un altro albergo,

il cosidetto “Paradise”.

 

 

*

 

Orkan

 

Ποιά σχέση έχει αυτή η παραλία με τα πόδια μας;

Με τη γλώσσα σου έχει

που αν και χορτοφάγος το σώμα μου έγλυφες.

Με το στήθος σου έχει:

δυο βότσαλα στης δίψας μου τις θηλές.

 

Έτσι θα σε κοιμίσω απόψε:

χωρίς να μιλώ –

να κοιμίσω τον άνεμο

που αύριο θα μπει στο σπίτι:

– “Ανοίξτε, είμαι άυπνος,

απλώστε να φουσκώσω τα πανιά,

μη σας γεμίσω άμμο τα μαλλιά

και χάσετε το καλοκαίρι”.

 

Μισό χέρι σου πρόσφερα

να πιάσεις τα μαλλιά

 

με μια φουρκέτα στο στόμα σε θυμάμαι

μπροστά στον καθρέφτη,

πριν ανοίξεις την πόρτα στις θύελλες.

 

 

Orkan

 

Che c’entra questa spiaggia con i nostri piedi?

C’entra, con la tua lingua,

tu, vegetariana, che mi leccavi il corpo.

E con il tuo seno:

due ciottoli ai capezzoli della mia sete.

 

Ti addormenterò così, stasera:

senza parlare –

addormenterò il vento

che domani entrerà in casa:

– “Aprite, non posso dormire,

stendete le vele, e che si gonfino,

non voglio riempirvi i capelli di sabbia

non voglio perdiate l’estate.

 

Ti offrii una mano

per prendere i capelli

 

ti ricordo con una forchetta in bocca

di fronte allo specchio,

prima d’aprire la porta alle tempeste.

 

 

*

 

Εξάρτηση

Η κούκλα δεν πονά,
το παιδί πονά.

Η κούκλα έχει μπαταρίες,
το παιδί φωνές.

Όταν τελειώσουν οι μπαταρίες,
το παιδί θέλει μια αγκαλιά για να σωπάσει.

Η κούκλα κοιμάται όλο το απόγευμα στον καναπέ,
περιμένει να τη θυμηθεί το παιδί·
όμως εκείνο πιπιλίζει το δάχτυλό του
και θέλει κι άλλα παραμύθια.

Η κούκλα σκέφτεται
τη νύχτα να αυτοκτονήσει
τραβώντας τις φωνητικές χορδές του μωρού που
εγκυμονεί, γιατί
η τελευταία της ελπίδα είναι η ανακύκλωση.

Το παιδί το νιώθει
και φωνάζει στον ύπνο του
σαν το κοράκι.

 

 

Dipendenza

 

La bambola non soffre,

la bambina soffre.

 

La bambola ha batterie,

la bambina grida.

 

Quando finiscono le batterie

la bambina vuole un abbraccio per calmarsi.

 

La bambola dorme il pomeriggio intero sul divano,

attende che la bambina si ricordi;

ma lei si succhia il dito

e vuole ancora altre favole.

 

La bambola di notte

pensa al suicidio

e tira le corde vocali del feto che

porta in grembo, perché

la sua ultima speranza è il riciclo.

 

La bambina lo sente

e urla nel sonno

come il corvo.

 

 

*

 

 

Διαθήκη

 

Έζησα πιο παράτολμα απ’ ό,τι γράφω –

αυτό να το ξέρετε.

Δεν βγήκαν τούτοι οι στοίχοι

απ’ το μέτρο ή την ευπρέπια.

 

Εσείς, όμως, που έχετε ανάγκη τη σταθερότητα,

θα γ΄ραψετε όμορφους στίχους.

Κι εσείς που έχετε ανάγκη τους στίχους,

θα ζήσετε στο χείλος του γκρμού.

 

 

Testamento

 

Sono vissuto più avventatamente di come scrivo –

questo sappiatelo.

Questi versi non sono figli

della misura e della compostezza.

 

Voi, però, che avete bisogno della stabilità,

scriverete versi belli.

E voi, che avete bisogno di versi,

vivrete sull’orlo dell’abisso.

 

 

*

 

 

Είχα άσχημη μάνα

Εμένα η μάνα μου είχε πρησμένα χέρια
από την κορδέλα του εργοστασίου:
εξήντα καπάκια το λεπτό
και πέντε στόματα στο σπίτι μαζί με το δικό της
έπρεπε να κλείσει.
Δεν με έπαιρνε ποτέ αγκαλιά
ανάμεσα στα δωδεκάωρα,
ούτε και φρόντιζε ποτέ τον εαυτό της.
Είχε ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια,
αλλά το είχε ξεχάσει,
δεν απάτησε ποτέ τον πατέρα μου,
δεν έβγαλε ποτέ φωτογραφία
κι η τελευταία της κουβέντα
ήταν πως με αγαπά.

 

Χωρέστε, λοιπόν, στις αναμνήσεις σας,
στο κουτί με τις ξεθωριασμένες εικόνες –
εγώ χωράω σε ένα κορμί
κι ας με στενεύει.

 

 

Avevo una mamma brutta

 

Mia madre aveva le mani gonfie

per i nastrini della fabbrica:

sessanta coperchi al minuto,

cinque bocche a casa

più la sua

da riempire.

Non m’abbracciava mai

per dodici ore tutte intere,

e nemmeno si prendeva cura di sé.

Aveva i capelli biondi, gli occhi azzurri,

ma lo ricordava,

non rispondeva mai a mio padre,

non si fece mai una fotografia

e le sue ultime parole

furono che mi amava.

 

Fatevi spazio, allora, nei ricordi,

nella scatola delle immagini arrugginite –

io ci entro in questo corpo

per quanto stretto mi stia.

 

 

*

inedito

 

Τα χόρτα

 

Έχουμε φτώχια μα εγώ δεν την καταλαβαίνω. Δεν ξέρω, τι πάει να πει φτώχια, νιώθω όμως κάτι άλλο: ντρέπομαι, όταν μπαίνουν μουσαφίρηδες στο σπίτι μας, γιατί είναι παλιό και τα ρούχα μας κι αυτά, παλιά είναι. Δυο χρονιές φορούσα το σακάκι της μεγάλης μου αδερφής το χειμώνα. Όλο το χειμώνα έτρεχε η μύτη μου. Τη σκούπιζα μια στο δεξί μανίκι του σακακιού, ύστερα στο αριστερό – μα το ίδιο έκαναν και οι άλλοι.

Έχουμε φτώχια. Ο πατέρας μου είναι άτυχος, αλλά καλός. Πρώτα είναι καλός και ύστερα άτυχος. Η ατυχία φαίνεται όμως να βαραίνει περισσότερο και μένει στο κρεβάτι μήνες με τη μέση του.
Έχουμε φτώχια, όμως εγώ δεν το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνει όμως η μάνα μου και κλαίει καμιά φορά στη θειά μου που μένει δίπλα μας. Δεν ξέρω, αν την καταλαβαίνει η θειά μου, τη μάνα μου εννοώ, γιατί μπορεί η μάνα μου να πηγαίνει στο σπίτι της και να κλαίει, αλλά άλλες φορές πάλι την κατηγορεί: τη λέει συμφεροντολόγα, όταν είμαστε μεταξύ μας.

Το χειμώνα το ένα μας φαϊ είναι χόρτα. Τη μια τα τρώμε βραστά, την άλλη τσιγαριστά, την άλλη με πατάτες – τηγανιτές ή βραστές. Καμιά φορά τρώμε κι αυγά. «Να αλλάζει λίγο λίγο» , λέει η μάνα μου. Τα χόρτα κάνουν καλό, βάζουμε και πολύ λάδι, γιατί κι αυτό κάνει καλό και σκοτώνει και τα σκουλήκια που έχω στην κοιλιά. Η γιαγιά μου πίνει και το ζουμί της βράσης, εγώ όμως δε μπορώ, γιατί δεν είμαι γέρος σαν τη γιαγιά μου να ΄χω τέτοιες συνήθειες , αλλά, γιατί είναι και πικρό.

Και στης ξαδέρφης μου στη χώρα τρώνε χόρτα. Αυτή όμως τα παραγγέλνει στο χωριό να της τα βρούνε και τους πληρώνει. Στης ξαδέρφης μου δεν έχουν φτώχια, όμως τα χόρτα είναι υγιεινά, γι΄ αυτό τα τρώνε. Και κάνουν μεγάλη χαρά: « Απ’ το χωριό μου είναι!», λέει η ξαδέρφη μου και περηφανεύεται.

Εκεί όμως, δεν τα τρώνε ποτέ σκέτα. Έχουν πάντα και ψάρι τηγανιτό και ανθότυρο. Τα βάνουν σε μεγάλα πιάτα και τα κόβουν με το μαχαίρι. Ύστερα τα τυλίγουν ωραία ωραία στο πιρούνι και τα βάνουν μικρές μπουκιές στο στόμα τους. Μια φορά που με είχε πάρει στο σπίτι της, τους έβλεπα. Εγώ δε μπορώ να τα φάω έτσι, μου φεύγει το μαχαίρι και λαδώνομαι. «Δεν πειράζει », μου λέει η ξαδέρφη μου, «πάρε και ψάρι».

Έχει όμως πολλά προβλήματα κι αυτή μου η καλή ξαδέρφη. Λένε πως ο ξάδερφος μου, ο άντρας της , έχει μια γκόμενα και πως τις περισσότερες μέρες δεν είναι στο σπίτι του, αλλά στης αλληνής. Και μια φορά – που με είχε πάλι πάρει στο σπίτι της – εκείνος φώναζε και ήθελε να φύγει. Δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο τόσο θυμωμένο. Καθόμασταν στο τραπέζι να φάμε, αυτός – ο ξάδερφος μου – έδωσε μια στην καρέκλα και σηκώθηκε. Η ξαδέρφη μου δε μπορούσε να μιλήσει, έτρεμαν τα χέρια της και είχε χλομιάσει . Είχε ζαρώσει ξαφνικά το πρόσωπό της και στριφογύριζε μια φέτα ψωμί στα δάχτυλά της . Έπιανε το πιρούνι, το μαχαίρι, άπλωνε το χέρι στο ποτήρι και τα άφηνε πάλι κάτω. Κάτι μισές συλλαβές του έλεγε, να κάτσει στο τραπέζι, μα δεν τις απόσωνε. Πήγαινε πάνω κάτω το λαρύγγι της, άνοιγε το στόμα της και φωνή δεν έβγαινε, μόνο κάτι «μα…» και «εγώ, δεν σου είπα … ».

-« Τελειώστε και σεις το φαϊ σας! », έλεγε στην κόρη της και σε μένα.

 

 

La cicoria

 

Siamo poveri ma io non lo capisco. Non so che significa essere poveri. Sento però qualcos’altro: mi vergogno quando abbiamo ospiti, perché casa nostra è vecchia e i vestiti, pure, sono vecchi. Per due inverni di fila ho portato la giacca di mia sorella grande. Tutto l’inverno a colarmi il naso. Me lo pulivo prima sulla manica sinistra, poi sulla destra – ma pure gli altri facevano lo stesso.

Siamo poveri. Mio padre è sfortunato, ma buono. Prima è buono e poi sfortunato. Ma la sfortuna sembra pesare di più, e così se ne rimane a letto mesi e mesi con i suoi reni. Siamo poveri, ma io non lo capisco. Lo capisce però la mamma, che a volte se ne va a piangere dalla zia che abita accanto. Non lo so se la zia la capisce, la mamma intendo, perché mamma va dalla zia a piangere e però altre volte la accusa: dice che è una calcolatrice, quando siamo fra noi.

D’inverno mangiamo solo cicoria. Una volta bollita, un’altra in padella, un’altra con le patate – in padella o bollite. A volte mangiamo anche le uova. “Per variare un pochetto”, dice mamma. La cicoria fa bene, ci mettiamo molto olio perché anche l’olio fa bene e ammazza i vermi che ho in pancia. La nonna si beve anche l’acqua della bollitura, ma io non ce la faccio non perché non sono vecchio come la nonna per avere queste manie, ma perché è troppo amara.

Anche da mia cugina in città mangiano la cicoria. Lei però la fa venire dal paese e la paga. A casa di mia cugina non sono poveri ma la cicoria fa bene, per questo la mangiano. E gli mette allegria: “Viene dal mio paese!”, dice mia cugina, e se ne vanta.

Lì però non la mangiano mai così com’è. Hanno sempre il pesce fritto e la ricotta. La mettono in piatti grandi e la tagliano con il coltello. Poi la avvolgono bene bene sulla forchetta e se ne mettono in bocca dei piccoli pezzetti. Una volta che ero andato a casa sua, li ho visti. Io non posso mangiare così, mi scappa il coltello e mi riempio d’olio. “Non fa niente”, mi dice mia cugina, “prendi anche il pesce”.

Però anche mia cugina, che è buona, ha tanti problemi. Dicono che mio cugino, cioè suo marito, ha un’altra e quasi tutti i giorni non torna a casa sua ma sta dall’altra. E una volta – che ancora mi aveva portato a casa sua – lui urlava che voleva andarsene. Non avevo mai visto un uomo così arrabbiato. Stavamo a tavola a mangiare, lui – mio cugino – buttò via la sedia e si alzò. Mia cugina non riusciva a parlare, le tremavano le mani ed era tutta bianca. Si era imbronciata e rigirava una fetta di pane fra le dita. Prendeva la forchetta e il coltello, allungava la mano verso il bicchiere e rimetteva tutto giù. Gli diceva delle mezze sillabe, di sedere a tavola, ma non finiva la frase. Mandava in su e in giù la laringe, apriva la bocca e la voce non usciva, solo certi “ma…” e “io non ti ho detto…”.

– “E voi finite quello che avete nel piatto!”, ci diceva, e a me e a sua figlia.

 

 

Ο Γιώργος Καρτάκης γεννήθηκε το 1963 στα Χανιά. Σπούδασε και έζησε επί χρόνια στη Γερμανία. Υπήρξε συνεργάτης του Γερμανικού Ινστιτούτου Γκαίτε. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στα Χανιά. Είναι τακτικός συνεργάτης των διαδικτυακών λογοτεχνικών περιοδικών http://www.poiein.gr και http://www.poetenladen.de, όπου ο ίδιος, αλλά και σε συνεργασία με τον Γερμανό λογοτέχνη Jan Kuhlbrodt, έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής αρκετούς Γερμανούς και Έλληνες ποιητές. Καρπός αυτής της συνεργασίας είναι και μια επιλογή ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη στα γερμανικά από τις Εκδόσεις J. Beck. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τώρα που τα σύννεφα (Εκδόσεις Γαβριηλίδης). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα ιταλικά.

 

 

Yòrgos Kartàkis è nato a Chanià (Creta) nel 1963. Ha studiato ed è vissuto a lungo in Germania. È stato collaboratore dell’istituto Goethe. Lavora come insegnante a Chanià. È collaboratore delle riviste di letteratura online www.poiein.gr e www.poetenladen.de dove, in collaborazione con Jan Kuhlbrodt, vengono presentate traduzioni di poeti greci e tedeschi. Frutto di questo lavoro è, fra gli altri, una selezione di poesie di Kavafis tradotto in tedesco e pubblicato per le edizioni J. Beck. Nel 2013 ha pubblicato il primo libro di poesie Adesso che le nuvole (edizioni Gavriilìdis). Sua poesie sono state tradotte in tedesco e in italiano.

Γιώργος Καρτάκης

Yòrgos Kartàkis

 

 

από την συλλογή “Διασπορά”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

dal libro “Diaspora”, edizioni Gavriilìdis, 2015

 

 

Του Βασιλάκη Σ.

Στον Βασίλη Σταριάδη

 

Βασιλάκη, του λέω, τί κάνεις με τόσο θάνατο,

δε σε πονούν τα κόκαλά σου;

 

Βασιλάκη, του λέω, το βλέπω στις φωτογραφίες

πως την απόφαση την είχες πάρει.

– Τί καταλαβαίνεις κι εσύ: μου απαντά.

 

Βασιλάκη, του λέω, σε νιώθω, σε νιώθω…

– Είναι που τον κουβαλάς κι εσύ, μου λέει.

 

Βασιλάκη, του λέω, πώς άντεξες;

– Όπως θ’ αντέξεις κι εσύ, μου λέει.

 

Βασιλάκη, του λέω, μου λείπεις!

 

Με κοίταξε γελαστός, έβαλε τα χέρια στις τσέπες κι απομακρύνθηκε. Το μπλε μπουφάν. Το πράσινο δέντρο. Ήταν μάλλον ελιά. Ο τοίχος ξεπλυμένο κόκκινο, γδαρμένο κόκκινο δεκαετίας. Προχώρησε στην αυλή. Άκουγα βήματα από δερμάτινες σόλες. Κάπου υπάρχει ένας βασιλικός, έλεγα. Ήμουνα σίγουρος. Κάπου υπάρχει κάτω απ΄την ελιά και σκιάζεται τα καλοκαίρια. Ο δικός μου νεκρός. Ο Βασιλάκης. Το χαμόγελό του.

 

Μόνο ποιήματα πεθαμένων θα διαβάζω πια.

Αυτοί ξέρουν.

 

 

Vassilàkis S.

a Vassìlis Steriàdis

 

Vassilàkis, gli dico, che fai con tanta morte,

non ti fanno male le ossa?

 

Vassilàkis, gli dico, lo vedo nella fotografia

che l’avevi presa, la decisione.

– Tu che ne vuoi sapere? mi risponde.

 

Vassilàkis, gli dico, ti sento, ti sento…

– È che anche tu la trasporti in te, mi dice.

 

Vassilàkis, gli dico, come hai resistito?

– Come farai anche tu, mi dice.

 

Vassilàkis, gli dico, mi manchi!

 

Mi guardò, rideva, s’infilò le mani in tasca e si allontanò. Blu il giaccone. L’albero verde. Forse un ulivo. Il muro rosso scolorito, rosso scorticato, anni e anni. Avanzò nel cortile. Sentivo questi passi di cuoio. Da qualche parte c’è del basilico, dicevo. Sicuro. Da qualche parte, sotto un ulivo, nell’ombra dell’estate. Il mio morto. Vassilàkis. Il suo sorriso.

 

Leggerò solamente le poesie dei morti.

Loro sanno.

 

 

*

 

 

Κουβέντα κάνουμε τώρα;
Πέρασα τη μισή μου ζωή στα νοσοκομεία
δείχνοντας φλέβες, μιλώντας για φόβο
κι έχω την αίσθηση
πως οι γιατροί
ήξεραν κάτι παραπάνω,
μα δεν το αποκάλυπταν.
Το διάβαζα στις ετικέτες των ορών,
το ψιθύριζαν στο αυτί των νοσοκόμων,
οι καθαρίστριες το έτριβαν χλωρίνη.
Πάντα οι διάδρομοι γυάλιζαν
από ένα νυσταγμένο φως
κι εγώ απαγορευόταν να καπνίσω
και να πιω καφέ.

Μόνο σε κάτι τουαλέτες κοινές
τράβαγα τη βελόνα
και άφηνα το αίμα
να σταλάξει στις ακαθαρσίες.

Το θέαμα τις νύχτες μού ξόρκιζαν
με υπνωτικά,
όταν ο διπλανός βογκούσε
απ΄τα βάθη του στήθους του
και η νυκτερινή ούρλιαζε στη γραμμή
για κάποιο επείγον.

 

 

Ma stiamo a chiacchierare?

 

Ho passato metà della vita negli ospedali

mostrando le vene, parlando per paura

e ho come l’impressione

che i medici

sapessero qualcosa di più,

ma mica lo dicevano.

 

Io lo leggevo sull’etichette della flebo,

lo bisbigliavano all’orecchio degli infermieri,

le donne delle pulizie

lo sfregavano con la clorina.

 

Sempre splendenti i corridoi

d’una luce assonnata

e mi era proibito fumare

e bere caffè.

 

Solo al bagno dei visitatori

mi tiravo via l’ago

lasciavo il sangue gocciolare

nel lerciume.

 

Mi esorcizzavano ogni visione notturna

con il sonnifero,

quando quello di fianco gemeva

dal fondo del petto

e il medico di guarda urlava al telefono

per qualche urgenza.

 

 

*

 

 

Συναντώντας τον Αντόρνο τη νέα χιλιετία

Nach Auschwittz ein Gedicht zu schreiben, ist barbarisch

 

Καμιά φορά βγάζω νύχια,

τους επιτρέπω, δηλαδή, να μεγαλώσουν,

κι αν βγω στο δρόμο, κάθε εικόνα με πονά.

-Ποιά ποίηση, λέω τότε,

δεν βλέπεις τον ανθρώπινο πόνο;

 

Τον βλέπω.

Πονούν, γιατί πονούν τον πλησίον.

Πεινούν, γιατί ληστεύουν τον πλησίον.

Εξαπατούνται, γιατί εξαπατούν τον πλησίον.

Ιδρύουν συλλόγους

εναντίον του πόνου,

εναντίον της κλοπής,

εναντίον της απάτης,

κι αρχίζουν πάλι ανάμεσά τους

να πληγώνονται, να ληστεύονται και να εξαπατούν.

 

Γυρίζω τότε πίσω.

Τόσο κακός που απόμεινα μόνος

και γράφω στίχους:

 

-Ναι, μου αξίζει η τιμωρία αυτή!

 

 

Incontro con Adorno nel nuovo millennio

Nach Auschwittz ein Gedicht zu schreiben, ist barbarisch

 

A volte io tiro fuori le unghie,

gli permetto, insomma, di crescere,

e se esco per strada ogni immagine mi fa del male.

 

– Ma quale poesia, dico,

non lo vedi il dolore dell’uomo?

– Lo vedo.

Soffrono, perché feriscono il prossimo.

Hanno fame, perché derubano il prossimo.

Sono ingannati, perché ingannano il prossimo.

Fondano associazioni

contro il dolore,

contro il furto,

contro la frode,

e subito ricominciano, fra loro

a ferirsi, derubardi e ingannarsi.

 

Allora torno indietro.

Tanto il male che sono rimasto da solo

a scrivere versi.

– Sì, me lo merito

questo castigo.

 

 

*

 

 

Μόνιμος κάτοικος

 

“Monsieur” μου λέει,

“θα κλείσουμε.

Το ξενοδοχείο θα κλείσει και πρέπει να φύγετε”.

Εξεπλάγην

“Και οι αποθηκευτικοί χώροι θα κλείσουν,

όπως ορίζει ο προφήτης,

αύριο ως τις δώδεκα λοιπόν”.

 

Και πού να περιπλανηθώ σ’ ετούτη την Κωνσταντινούπολη,

πάνω σε επτά λόφους,

σε επτά τόπους,

με επτά ψυχές

που ερίζουν τυφλά

και σέρνουν τα κορδόνια από τις γέφυρες

η κάθε μια απ’ τη μεριά της,

μέχρι να σπάσει,

μέχρι να σπάσει η ανατολή

σε χιλιάδες γυαλάκια μικρά

σαν θηλυκά διάφανα

στ΄ άγαρμπα χέρια των σουλτάνων;

 

Και πού να φύγω

που ούτε πιρόγα στο Βόσπορο ούτε πανί,

μόνο δυο τρία λαυράκια πράσινα που τα λέγανε ψάρια,

μια μυρωδιά υπόνομου,

ουρητήρια παντού ουρητήρια

και άντρες να πλένουνε το πέος τους επιμελώς,

γιατί ήταν ραμαζάνι κι έπρεπε

τη χειραποσκευή ν΄ αφήσουνε στους οχετούς

που άνοιγε ο δήμος.

 

Έκανα μια να κινήσω για πίσω:

“Πίσω” λέω, “η ψυχή μου μετά των ομοφύλων”,

μα με απέπεμπε η πατρίδα ειρωνικά.

Ήθελε βίζα

– κάτι περίεργοι καινούργιοι νόμοι που άλλαζαν –

κι αμφισβητούσε τα στοιχεία της ταυτότητας μου.

Αλλά ούτε να ψηλώσω προλάβαινα,

ούτε να γίνω καλύτερος

ή πιο μελαχρινός,

μόνο τις βαλίτσες μου μάζεψα,

τον οδηγό,

κάτι κάλτσες,

το μόνο καθαρό εσώρουχο

και φυγαδεύτηκα το βράδυ

σώος και υγιής

σε άλλο ξενοδοχείο.

το λεγόμενο “Paradise”.

 

 

Il residente

 

“Monsieur” mi dice,

“chiudiamo.

L’albergo chiude e dovete andarvene”.

Sorpresa

“Anche il guardaroba chiude,

come dice il profeta,

quindi domani fino alle dodici”.

 

E dove vado in questa Costantinopoli,

su sette colli,

in sette posti,

di sette anime

che litigano alla cieca

e tirano i cavi dai ponti

ognuna dalla sua,

fino a spezzarli,

fino a spezzare l’oriente

in mille piccoli vetri

come femmine diafane

fra le mani grette dei sultani?

 

E dove posso andare,

non una piroga sul Bosforo, non una vela,

solo due tre spigole verdi che chiamavano pesci,

un puzzo di fogna,

pisciatoi dappertutto pisciatoi

e gente che si lavava ben bene il pene,

perché era ramadan e dovevano

lasciare la valigia nelle cloache

aperte dal comune.

 

Feci per tornare indietro:

“Indietro” dico, “la mia anima dopo i pari sesso”

ma la patria mi scacciava con ironia.

Voleva il visto

– certe nuove strane leggi appena fatte –

e dubitava dei dati della mia identità.

Ma non ce l’ho fatta a crescere ancora,

né a diventare migliore

o più scuro,

ho raccolto solo le mie valigie,

la guida,

delle calze,

l’unica mutanda pulita

e sono evaso la sera

sano e salvo

per un altro albergo,

il cosidetto “Paradise”.

 

 

*

 

Orkan

 

Ποιά σχέση έχει αυτή η παραλία με τα πόδια μας;

Με τη γλώσσα σου έχει

που αν και χορτοφάγος το σώμα μου έγλυφες.

Με το στήθος σου έχει:

δυο βότσαλα στης δίψας μου τις θηλές.

 

Έτσι θα σε κοιμίσω απόψε:

χωρίς να μιλώ –

να κοιμίσω τον άνεμο

που αύριο θα μπει στο σπίτι:

– “Ανοίξτε, είμαι άυπνος,

απλώστε να φουσκώσω τα πανιά,

μη σας γεμίσω άμμο τα μαλλιά

και χάσετε το καλοκαίρι”.

 

Μισό χέρι σου πρόσφερα

να πιάσεις τα μαλλιά

 

με μια φουρκέτα στο στόμα σε θυμάμαι

μπροστά στον καθρέφτη,

πριν ανοίξεις την πόρτα στις θύελλες.

 

 

Orkan

 

Che c’entra questa spiaggia con i nostri piedi?

C’entra, con la tua lingua,

tu, vegetariana, che mi leccavi il corpo.

E con il tuo seno:

due ciottoli ai capezzoli della mia sete.

 

Ti addormenterò così, stasera:

senza parlare –

addormenterò il vento

che domani entrerà in casa:

– “Aprite, non posso dormire,

stendete le vele, e che si gonfino,

non voglio riempirvi i capelli di sabbia

non voglio perdiate l’estate.

 

Ti offrii una mano

per prendere i capelli

 

ti ricordo con una forchetta in bocca

di fronte allo specchio,

prima d’aprire la porta alle tempeste.

 

 

*

 

Εξάρτηση
Η κούκλα δεν πονά,
το παιδί πονά.

Η κούκλα έχει μπαταρίες,
το παιδί φωνές.

Όταν τελειώσουν οι μπαταρίες,
το παιδί θέλει μια αγκαλιά για να σωπάσει.

Η κούκλα κοιμάται όλο το απόγευμα στον καναπέ,
περιμένει να τη θυμηθεί το παιδί·
όμως εκείνο πιπιλίζει το δάχτυλό του
και θέλει κι άλλα παραμύθια.

Η κούκλα σκέφτεται
τη νύχτα να αυτοκτονήσει
τραβώντας τις φωνητικές χορδές του μωρού που
εγκυμονεί, γιατί
η τελευταία της ελπίδα είναι η ανακύκλωση.

Το παιδί το νιώθει
και φωνάζει στον ύπνο του
σαν το κοράκι.

 

 

Dipendenza

 

La bambola non soffre,

la bambina soffre.

 

La bambola ha batterie,

la bambina grida.

 

Quando finiscono le batterie

la bambina vuole un abbraccio per calmarsi.

 

La bambola dorme il pomeriggio intero sul divano,

attende che la bambina si ricordi;

ma lei si succhia il dito

e vuole ancora altre favole.

 

La bambola di notte

pensa al suicidio

e tira le corde vocali del feto che

porta in grembo, perché

la sua ultima speranza è il riciclo.

 

La bambina lo sente

e urla nel sonno

come il corvo.

 

 

*

 

 

Διαθήκη

 

Έζησα πιο παράτολμα απ’ ό,τι γράφω –

αυτό να το ξέρετε.

Δεν βγήκαν τούτοι οι στοίχοι

απ’ το μέτρο ή την ευπρέπια.

 

Εσείς, όμως, που έχετε ανάγκη τη σταθερότητα,

θα γ΄ραψετε όμορφους στίχους.

Κι εσείς που έχετε ανάγκη τους στίχους,

θα ζήσετε στο χείλος του γκρμού.

 

 

Testamento

 

Sono vissuto più avventatamente di come scrivo –

questo sappiatelo.

Questi versi non sono figli

della misura e della compostezza.

 

Voi, però, che avete bisogno della stabilità,

scriverete versi belli.

E voi, che avete bisogno di versi,

vivrete sull’orlo dell’abisso.

 

 

*

 

 

Είχα άσχημη μάνα
Εμένα η μάνα μου είχε πρησμένα χέρια
από την κορδέλα του εργοστασίου:
εξήντα καπάκια το λεπτό
και πέντε στόματα στο σπίτι μαζί με το δικό της
έπρεπε να κλείσει.
Δεν με έπαιρνε ποτέ αγκαλιά
ανάμεσα στα δωδεκάωρα,
ούτε και φρόντιζε ποτέ τον εαυτό της.
Είχε ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια,
αλλά το είχε ξεχάσει,
δεν απάτησε ποτέ τον πατέρα μου,
δεν έβγαλε ποτέ φωτογραφία
κι η τελευταία της κουβέντα
ήταν πως με αγαπά.

 

Χωρέστε, λοιπόν, στις αναμνήσεις σας,
στο κουτί με τις ξεθωριασμένες εικόνες –
εγώ χωράω σε ένα κορμί
κι ας με στενεύει.

 

 

Avevo una mamma brutta

 

Mia madre aveva le mani gonfie

per i nastrini della fabbrica:

sessanta coperchi al minuto,

cinque bocche a casa

più la sua

da riempire.

Non m’abbracciava mai

per dodici ore tutte intere,

e nemmeno si prendeva cura di sé.

Aveva i capelli biondi, gli occhi azzurri,

ma lo ricordava,

non rispondeva mai a mio padre,

non si fece mai una fotografia

e le sue ultime parole

furono che mi amava.

 

Fatevi spazio, allora, nei ricordi,

nella scatola delle immagini arrugginite –

io ci entro in questo corpo

per quanto stretto mi stia.

 

 

*

inedito

 

Τα χόρτα

 

Έχουμε φτώχια μα εγώ δεν την καταλαβαίνω. Δεν ξέρω, τι πάει να πει φτώχια, νιώθω όμως κάτι άλλο: ντρέπομαι, όταν μπαίνουν μουσαφίρηδες στο σπίτι μας, γιατί είναι παλιό και τα ρούχα μας κι αυτά, παλιά είναι. Δυο χρονιές φορούσα το σακάκι της μεγάλης μου αδερφής το χειμώνα. Όλο το χειμώνα έτρεχε η μύτη μου. Τη σκούπιζα μια στο δεξί μανίκι του σακακιού, ύστερα στο αριστερό – μα το ίδιο έκαναν και οι άλλοι.

 

Έχουμε φτώχια. Ο πατέρας μου είναι άτυχος, αλλά καλός. Πρώτα είναι καλός και ύστερα άτυχος. Η ατυχία φαίνεται όμως να βαραίνει περισσότερο και μένει στο κρεβάτι μήνες με τη μέση του.
Έχουμε φτώχια, όμως εγώ δεν το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνει όμως η μάνα μου και κλαίει καμιά φορά στη θειά μου που μένει δίπλα μας. Δεν ξέρω, αν την καταλαβαίνει η θειά μου, τη μάνα μου εννοώ, γιατί μπορεί η μάνα μου να πηγαίνει στο σπίτι της και να κλαίει, αλλά άλλες φορές πάλι την κατηγορεί: τη λέει συμφεροντολόγα, όταν είμαστε μεταξύ μας.

 

Το χειμώνα το ένα μας φαϊ είναι χόρτα. Τη μια τα τρώμε βραστά, την άλλη τσιγαριστά, την άλλη με πατάτες – τηγανιτές ή βραστές. Καμιά φορά τρώμε κι αυγά. «Να αλλάζει λίγο λίγο» , λέει η μάνα μου. Τα χόρτα κάνουν καλό, βάζουμε και πολύ λάδι, γιατί κι αυτό κάνει καλό και σκοτώνει και τα σκουλήκια που έχω στην κοιλιά. Η γιαγιά μου πίνει και το ζουμί της βράσης, εγώ όμως δε μπορώ, γιατί δεν είμαι γέρος σαν τη γιαγιά μου να ΄χω τέτοιες συνήθειες , αλλά, γιατί είναι και πικρό.

 

Και στης ξαδέρφης μου στη χώρα τρώνε χόρτα. Αυτή όμως τα παραγγέλνει στο χωριό να της τα βρούνε και τους πληρώνει. Στης ξαδέρφης μου δεν έχουν φτώχια, όμως τα χόρτα είναι υγιεινά, γι΄ αυτό τα τρώνε. Και κάνουν μεγάλη χαρά: « Απ’ το χωριό μου είναι!», λέει η ξαδέρφη μου και περηφανεύεται.

 

Εκεί όμως, δεν τα τρώνε ποτέ σκέτα. Έχουν πάντα και ψάρι τηγανιτό και ανθότυρο. Τα βάνουν σε μεγάλα πιάτα και τα κόβουν με το μαχαίρι. Ύστερα τα τυλίγουν ωραία ωραία στο πιρούνι και τα βάνουν μικρές μπουκιές στο στόμα τους. Μια φορά που με είχε πάρει στο σπίτι της, τους έβλεπα. Εγώ δε μπορώ να τα φάω έτσι, μου φεύγει το μαχαίρι και λαδώνομαι. «Δεν πειράζει », μου λέει η ξαδέρφη μου, «πάρε και ψάρι».

 

Έχει όμως πολλά προβλήματα κι αυτή μου η καλή ξαδέρφη. Λένε πως ο ξάδερφος μου, ο άντρας της , έχει μια γκόμενα και πως τις περισσότερες μέρες δεν είναι στο σπίτι του, αλλά στης αλληνής. Και μια φορά – που με είχε πάλι πάρει στο σπίτι της – εκείνος φώναζε και ήθελε να φύγει. Δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο τόσο θυμωμένο. Καθόμασταν στο τραπέζι να φάμε, αυτός – ο ξάδερφος μου – έδωσε μια στην καρέκλα και σηκώθηκε. Η ξαδέρφη μου δε μπορούσε να μιλήσει, έτρεμαν τα χέρια της και είχε χλομιάσει . Είχε ζαρώσει ξαφνικά το πρόσωπό της και στριφογύριζε μια φέτα ψωμί στα δάχτυλά της . Έπιανε το πιρούνι, το μαχαίρι, άπλωνε το χέρι στο ποτήρι και τα άφηνε πάλι κάτω. Κάτι μισές συλλαβές του έλεγε, να κάτσει στο τραπέζι, μα δεν τις απόσωνε. Πήγαινε πάνω κάτω το λαρύγγι της, άνοιγε το στόμα της και φωνή δεν έβγαινε, μόνο κάτι «μα…» και «εγώ, δεν σου είπα … ».

-« Τελειώστε και σεις το φαϊ σας! », έλεγε στην κόρη της και σε μένα.

 

 

 

La cicoria

 

Siamo poveri ma io non lo capisco. Non so che significa essere poveri. Sento però qualcos’altro: mi vergogno quando abbiamo ospiti, perché casa nostra è vecchia e i vestiti, pure, sono vecchi. Per due inverni di fila ho portato la giacca di mia sorella grande. Tutto l’inverno a colarmi il naso. Me lo pulivo prima sulla manica sinistra, poi sulla destra – ma pure gli altri facevano lo stesso.

 

Siamo poveri. Mio padre è sfortunato, ma buono. Prima è buono e poi sfortunato. Ma la sfortuna sembra pesare di più, e così se ne rimane a letto mesi e mesi con i suoi reni. Siamo poveri, ma io non lo capisco. Lo capisce però la mamma, che a volte se ne va a piangere dalla zia che abita accanto. Non lo so se la zia la capisce, la mamma intendo, perché mamma va dalla zia a piangere e però altre volte la accusa: dice che è una calcolatrice, quando siamo fra noi.

 

D’inverno mangiamo solo cicoria. Una volta bollita, un’altra in padella, un’altra con le patate – in padella o bollite. A volte mangiamo anche le uova. “Per variare un pochetto”, dice mamma. La cicoria fa bene, ci mettiamo molto olio perché anche l’olio fa bene e ammazza i vermi che ho in pancia. La nonna si beve anche l’acqua della bollitura, ma io non ce la faccio non perché non sono vecchio come la nonna per avere queste manie, ma perché è troppo amara.

 

Anche da mia cugina in città mangiano la cicoria. Lei però la fa venire dal paese e la paga. A casa di mia cugina non sono poveri ma la cicoria fa bene, per questo la mangiano. E gli mette allegria: “Viene dal mio paese!”, dice mia cugina, e se ne vanta.

 

Lì però non la mangiano mai così com’è. Hanno sempre il pesce fritto e la ricotta. La mettono in piatti grandi e la tagliano con il coltello. Poi la avvolgono bene bene sulla forchetta e se ne mettono in bocca dei piccoli pezzetti. Una volta che ero andato a casa sua, li ho visti. Io non posso mangiare così, mi scappa il coltello e mi riempio d’olio. “Non fa niente”, mi dice mia cugina, “prendi anche il pesce”.

 

Però anche mia cugina, che è buona, ha tanti problemi. Dicono che mio cugino, cioè suo marito, ha un’altra e quasi tutti i giorni non torna a casa sua ma sta dall’altra. E una volta – che ancora mi aveva portato a casa sua – lui urlava che voleva andarsene. Non avevo mai visto un uomo così arrabbiato. Stavamo a tavola a mangiare, lui – mio cugino – buttò via la sedia e si alzò. Mia cugina non riusciva a parlare, le tremavano le mani ed era tutta bianca. Si era imbronciata e rigirava una fetta di pane fra le dita. Prendeva la forchetta e il coltello, allungava la mano verso il bicchiere e rimetteva tutto giù. Gli diceva delle mezze sillabe, di sedere a tavola, ma non finiva la frase. Mandava in su e in giù la laringe, apriva la bocca e la voce non usciva, solo certi “ma…” e “io non ti ho detto…”.

– “E voi finite quello che avete nel piatto!”, ci diceva, e a me e a sua figlia.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Γιώργος Καρτάκης γεννήθηκε το 1963 στα Χανιά. Σπούδασε και έζησε επί χρόνια στη Γερμανία. Υπήρξε συνεργάτης του Γερμανικού Ινστιτούτου Γκαίτε. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στα Χανιά. Είναι τακτικός συνεργάτης των διαδικτυακών λογοτεχνικών περιοδικών http://www.poiein.gr και http://www.poetenladen.de, όπου ο ίδιος, αλλά και σε συνεργασία με τον Γερμανό λογοτέχνη Jan Kuhlbrodt, έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής αρκετούς Γερμανούς και Έλληνες ποιητές. Καρπός αυτής της συνεργασίας είναι και μια επιλογή ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη στα γερμανικά από τις Εκδόσεις J. Beck. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τώρα που τα σύννεφα (Εκδόσεις Γαβριηλίδης). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα ιταλικά.

 

 

Yòrgos Kartàkis è nato a Chanià (Creta) nel 1963. Ha studiato ed è vissuto a lungo in Germania. È stato collaboratore dell’istituto Goethe. Lavora come insegnante a Chanià. È collaboratore delle riviste di letteratura online www.poiein.gr e www.poetenladen.de dove, in collaborazione con Jan Kuhlbrodt, vengono presentate traduzioni di poeti greci e tedeschi. Frutto di questo lavoro è, fra gli altri, una selezione di poesie di Kavafis tradotto in tedesco e pubblicato per le edizioni J. Beck. Nel 2013 ha pubblicato il primo libro di poesie Adesso che le nuvole (edizioni Gavriilìdis). Sua poesie sono state tradotte in tedesco e in italiano.

Γιώργος Καρτάκης

Yòrgos Kartàkis

 

 

από την συλλογή “Διασπορά”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

dal libro “Diaspora”, edizioni Gavriilìdis, 2015

 

 

Του Βασιλάκη Σ.

Στον Βασίλη Σταριάδη

 

Βασιλάκη, του λέω, τί κάνεις με τόσο θάνατο,

δε σε πονούν τα κόκαλά σου;

 

Βασιλάκη, του λέω, το βλέπω στις φωτογραφίες

πως την απόφαση την είχες πάρει.

– Τί καταλαβαίνεις κι εσύ: μου απαντά.

 

Βασιλάκη, του λέω, σε νιώθω, σε νιώθω…

– Είναι που τον κουβαλάς κι εσύ, μου λέει.

 

Βασιλάκη, του λέω, πώς άντεξες;

– Όπως θ’ αντέξεις κι εσύ, μου λέει.

 

Βασιλάκη, του λέω, μου λείπεις!

 

Με κοίταξε γελαστός, έβαλε τα χέρια στις τσέπες κι απομακρύνθηκε. Το μπλε μπουφάν. Το πράσινο δέντρο. Ήταν μάλλον ελιά. Ο τοίχος ξεπλυμένο κόκκινο, γδαρμένο κόκκινο δεκαετίας. Προχώρησε στην αυλή. Άκουγα βήματα από δερμάτινες σόλες. Κάπου υπάρχει ένας βασιλικός, έλεγα. Ήμουνα σίγουρος. Κάπου υπάρχει κάτω απ΄την ελιά και σκιάζεται τα καλοκαίρια. Ο δικός μου νεκρός. Ο Βασιλάκης. Το χαμόγελό του.

 

Μόνο ποιήματα πεθαμένων θα διαβάζω πια.

Αυτοί ξέρουν.

 

 

Vassilàkis S.

a Vassìlis Steriàdis

 

Vassilàkis, gli dico, che fai con tanta morte,

non ti fanno male le ossa?

 

Vassilàkis, gli dico, lo vedo nella fotografia

che l’avevi presa, la decisione.

– Tu che ne vuoi sapere? mi risponde.

 

Vassilàkis, gli dico, ti sento, ti sento…

– È che anche tu la trasporti in te, mi dice.

 

Vassilàkis, gli dico, come hai resistito?

– Come farai anche tu, mi dice.

 

Vassilàkis, gli dico, mi manchi!

 

Mi guardò, rideva, s’infilò le mani in tasca e si allontanò. Blu il giaccone. L’albero verde. Forse un ulivo. Il muro rosso scolorito, rosso scorticato, anni e anni. Avanzò nel cortile. Sentivo questi passi di cuoio. Da qualche parte c’è del basilico, dicevo. Sicuro. Da qualche parte, sotto un ulivo, nell’ombra dell’estate. Il mio morto. Vassilàkis. Il suo sorriso.

 

Leggerò solamente le poesie dei morti.

Loro sanno.

 

 

*

 

 

Κουβέντα κάνουμε τώρα;
Πέρασα τη μισή μου ζωή στα νοσοκομεία
δείχνοντας φλέβες, μιλώντας για φόβο
κι έχω την αίσθηση
πως οι γιατροί
ήξεραν κάτι παραπάνω,
μα δεν το αποκάλυπταν.
Το διάβαζα στις ετικέτες των ορών,
το ψιθύριζαν στο αυτί των νοσοκόμων,
οι καθαρίστριες το έτριβαν χλωρίνη.
Πάντα οι διάδρομοι γυάλιζαν
από ένα νυσταγμένο φως
κι εγώ απαγορευόταν να καπνίσω
και να πιω καφέ.

Μόνο σε κάτι τουαλέτες κοινές
τράβαγα τη βελόνα
και άφηνα το αίμα
να σταλάξει στις ακαθαρσίες.

Το θέαμα τις νύχτες μού ξόρκιζαν
με υπνωτικά,
όταν ο διπλανός βογκούσε
απ΄τα βάθη του στήθους του
και η νυκτερινή ούρλιαζε στη γραμμή
για κάποιο επείγον.

 

 

Ma stiamo a chiacchierare?

 

Ho passato metà della vita negli ospedali

mostrando le vene, parlando per paura

e ho come l’impressione

che i medici

sapessero qualcosa di più,

ma mica lo dicevano.

 

Io lo leggevo sull’etichette della flebo,

lo bisbigliavano all’orecchio degli infermieri,

le donne delle pulizie

lo sfregavano con la clorina.

 

Sempre splendenti i corridoi

d’una luce assonnata

e mi era proibito fumare

e bere caffè.

 

Solo al bagno dei visitatori

mi tiravo via l’ago

lasciavo il sangue gocciolare

nel lerciume.

 

Mi esorcizzavano ogni visione notturna

con il sonnifero,

quando quello di fianco gemeva

dal fondo del petto

e il medico di guarda urlava al telefono

per qualche urgenza.

 

 

*

 

 

Συναντώντας τον Αντόρνο τη νέα χιλιετία

Nach Auschwittz ein Gedicht zu schreiben, ist barbarisch

 

Καμιά φορά βγάζω νύχια,

τους επιτρέπω, δηλαδή, να μεγαλώσουν,

κι αν βγω στο δρόμο, κάθε εικόνα με πονά.

-Ποιά ποίηση, λέω τότε,

δεν βλέπεις τον ανθρώπινο πόνο;

 

Τον βλέπω.

Πονούν, γιατί πονούν τον πλησίον.

Πεινούν, γιατί ληστεύουν τον πλησίον.

Εξαπατούνται, γιατί εξαπατούν τον πλησίον.

Ιδρύουν συλλόγους

εναντίον του πόνου,

εναντίον της κλοπής,

εναντίον της απάτης,

κι αρχίζουν πάλι ανάμεσά τους

να πληγώνονται, να ληστεύονται και να εξαπατούν.

 

Γυρίζω τότε πίσω.

Τόσο κακός που απόμεινα μόνος

και γράφω στίχους:

 

-Ναι, μου αξίζει η τιμωρία αυτή!

 

 

Incontro con Adorno nel nuovo millennio

Nach Auschwittz ein Gedicht zu schreiben, ist barbarisch

 

A volte io tiro fuori le unghie,

gli permetto, insomma, di crescere,

e se esco per strada ogni immagine mi fa del male.

 

– Ma quale poesia, dico,

non lo vedi il dolore dell’uomo?

– Lo vedo.

Soffrono, perché feriscono il prossimo.

Hanno fame, perché derubano il prossimo.

Sono ingannati, perché ingannano il prossimo.

Fondano associazioni

contro il dolore,

contro il furto,

contro la frode,

e subito ricominciano, fra loro

a ferirsi, derubardi e ingannarsi.

 

Allora torno indietro.

Tanto il male che sono rimasto da solo

a scrivere versi.

– Sì, me lo merito

questo castigo.

 

 

*

 

 

Μόνιμος κάτοικος

 

“Monsieur” μου λέει,

“θα κλείσουμε.

Το ξενοδοχείο θα κλείσει και πρέπει να φύγετε”.

Εξεπλάγην

“Και οι αποθηκευτικοί χώροι θα κλείσουν,

όπως ορίζει ο προφήτης,

αύριο ως τις δώδεκα λοιπόν”.

 

Και πού να περιπλανηθώ σ’ ετούτη την Κωνσταντινούπολη,

πάνω σε επτά λόφους,

σε επτά τόπους,

με επτά ψυχές

που ερίζουν τυφλά

και σέρνουν τα κορδόνια από τις γέφυρες

η κάθε μια απ’ τη μεριά της,

μέχρι να σπάσει,

μέχρι να σπάσει η ανατολή

σε χιλιάδες γυαλάκια μικρά

σαν θηλυκά διάφανα

στ΄ άγαρμπα χέρια των σουλτάνων;

 

Και πού να φύγω

που ούτε πιρόγα στο Βόσπορο ούτε πανί,

μόνο δυο τρία λαυράκια πράσινα που τα λέγανε ψάρια,

μια μυρωδιά υπόνομου,

ουρητήρια παντού ουρητήρια

και άντρες να πλένουνε το πέος τους επιμελώς,

γιατί ήταν ραμαζάνι κι έπρεπε

τη χειραποσκευή ν΄ αφήσουνε στους οχετούς

που άνοιγε ο δήμος.

 

Έκανα μια να κινήσω για πίσω:

“Πίσω” λέω, “η ψυχή μου μετά των ομοφύλων”,

μα με απέπεμπε η πατρίδα ειρωνικά.

Ήθελε βίζα

– κάτι περίεργοι καινούργιοι νόμοι που άλλαζαν –

κι αμφισβητούσε τα στοιχεία της ταυτότητας μου.

Αλλά ούτε να ψηλώσω προλάβαινα,

ούτε να γίνω καλύτερος

ή πιο μελαχρινός,

μόνο τις βαλίτσες μου μάζεψα,

τον οδηγό,

κάτι κάλτσες,

το μόνο καθαρό εσώρουχο

και φυγαδεύτηκα το βράδυ

σώος και υγιής

σε άλλο ξενοδοχείο.

το λεγόμενο “Paradise”.

 

 

Il residente

 

“Monsieur” mi dice,

“chiudiamo.

L’albergo chiude e dovete andarvene”.

Sorpresa

“Anche il guardaroba chiude,

come dice il profeta,

quindi domani fino alle dodici”.

 

E dove vado in questa Costantinopoli,

su sette colli,

in sette posti,

di sette anime

che litigano alla cieca

e tirano i cavi dai ponti

ognuna dalla sua,

fino a spezzarli,

fino a spezzare l’oriente

in mille piccoli vetri

come femmine diafane

fra le mani grette dei sultani?

 

E dove posso andare,

non una piroga sul Bosforo, non una vela,

solo due tre spigole verdi che chiamavano pesci,

un puzzo di fogna,

pisciatoi dappertutto pisciatoi

e gente che si lavava ben bene il pene,

perché era ramadan e dovevano

lasciare la valigia nelle cloache

aperte dal comune.

 

Feci per tornare indietro:

“Indietro” dico, “la mia anima dopo i pari sesso”

ma la patria mi scacciava con ironia.

Voleva il visto

– certe nuove strane leggi appena fatte –

e dubitava dei dati della mia identità.

Ma non ce l’ho fatta a crescere ancora,

né a diventare migliore

o più scuro,

ho raccolto solo le mie valigie,

la guida,

delle calze,

l’unica mutanda pulita

e sono evaso la sera

sano e salvo

per un altro albergo,

il cosidetto “Paradise”.

 

 

*

 

Orkan

 

Ποιά σχέση έχει αυτή η παραλία με τα πόδια μας;

Με τη γλώσσα σου έχει

που αν και χορτοφάγος το σώμα μου έγλυφες.

Με το στήθος σου έχει:

δυο βότσαλα στης δίψας μου τις θηλές.

 

Έτσι θα σε κοιμίσω απόψε:

χωρίς να μιλώ –

να κοιμίσω τον άνεμο

που αύριο θα μπει στο σπίτι:

– “Ανοίξτε, είμαι άυπνος,

απλώστε να φουσκώσω τα πανιά,

μη σας γεμίσω άμμο τα μαλλιά

και χάσετε το καλοκαίρι”.

 

Μισό χέρι σου πρόσφερα

να πιάσεις τα μαλλιά

 

με μια φουρκέτα στο στόμα σε θυμάμαι

μπροστά στον καθρέφτη,

πριν ανοίξεις την πόρτα στις θύελλες.

 

 

Orkan

 

Che c’entra questa spiaggia con i nostri piedi?

C’entra, con la tua lingua,

tu, vegetariana, che mi leccavi il corpo.

E con il tuo seno:

due ciottoli ai capezzoli della mia sete.

 

Ti addormenterò così, stasera:

senza parlare –

addormenterò il vento

che domani entrerà in casa:

– “Aprite, non posso dormire,

stendete le vele, e che si gonfino,

non voglio riempirvi i capelli di sabbia

non voglio perdiate l’estate.

 

Ti offrii una mano

per prendere i capelli

 

ti ricordo con una forchetta in bocca

di fronte allo specchio,

prima d’aprire la porta alle tempeste.

 

 

*

 

Εξάρτηση
Η κούκλα δεν πονά,
το παιδί πονά.

Η κούκλα έχει μπαταρίες,
το παιδί φωνές.

Όταν τελειώσουν οι μπαταρίες,
το παιδί θέλει μια αγκαλιά για να σωπάσει.

Η κούκλα κοιμάται όλο το απόγευμα στον καναπέ,
περιμένει να τη θυμηθεί το παιδί·
όμως εκείνο πιπιλίζει το δάχτυλό του
και θέλει κι άλλα παραμύθια.

Η κούκλα σκέφτεται
τη νύχτα να αυτοκτονήσει
τραβώντας τις φωνητικές χορδές του μωρού που
εγκυμονεί, γιατί
η τελευταία της ελπίδα είναι η ανακύκλωση.

Το παιδί το νιώθει
και φωνάζει στον ύπνο του
σαν το κοράκι.

 

 

Dipendenza

 

La bambola non soffre,

la bambina soffre.

 

La bambola ha batterie,

la bambina grida.

 

Quando finiscono le batterie

la bambina vuole un abbraccio per calmarsi.

 

La bambola dorme il pomeriggio intero sul divano,

attende che la bambina si ricordi;

ma lei si succhia il dito

e vuole ancora altre favole.

 

La bambola di notte

pensa al suicidio

e tira le corde vocali del feto che

porta in grembo, perché

la sua ultima speranza è il riciclo.

 

La bambina lo sente

e urla nel sonno

come il corvo.

 

 

*

 

 

Διαθήκη

 

Έζησα πιο παράτολμα απ’ ό,τι γράφω –

αυτό να το ξέρετε.

Δεν βγήκαν τούτοι οι στοίχοι

απ’ το μέτρο ή την ευπρέπια.

 

Εσείς, όμως, που έχετε ανάγκη τη σταθερότητα,

θα γ΄ραψετε όμορφους στίχους.

Κι εσείς που έχετε ανάγκη τους στίχους,

θα ζήσετε στο χείλος του γκρμού.

 

 

Testamento

 

Sono vissuto più avventatamente di come scrivo –

questo sappiatelo.

Questi versi non sono figli

della misura e della compostezza.

 

Voi, però, che avete bisogno della stabilità,

scriverete versi belli.

E voi, che avete bisogno di versi,

vivrete sull’orlo dell’abisso.

 

 

*

 

 

Είχα άσχημη μάνα
Εμένα η μάνα μου είχε πρησμένα χέρια
από την κορδέλα του εργοστασίου:
εξήντα καπάκια το λεπτό
και πέντε στόματα στο σπίτι μαζί με το δικό της
έπρεπε να κλείσει.
Δεν με έπαιρνε ποτέ αγκαλιά
ανάμεσα στα δωδεκάωρα,
ούτε και φρόντιζε ποτέ τον εαυτό της.
Είχε ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια,
αλλά το είχε ξεχάσει,
δεν απάτησε ποτέ τον πατέρα μου,
δεν έβγαλε ποτέ φωτογραφία
κι η τελευταία της κουβέντα
ήταν πως με αγαπά.

 

Χωρέστε, λοιπόν, στις αναμνήσεις σας,
στο κουτί με τις ξεθωριασμένες εικόνες –
εγώ χωράω σε ένα κορμί
κι ας με στενεύει.

 

 

Avevo una mamma brutta

 

Mia madre aveva le mani gonfie

per i nastrini della fabbrica:

sessanta coperchi al minuto,

cinque bocche a casa

più la sua

da riempire.

Non m’abbracciava mai

per dodici ore tutte intere,

e nemmeno si prendeva cura di sé.

Aveva i capelli biondi, gli occhi azzurri,

ma lo ricordava,

non rispondeva mai a mio padre,

non si fece mai una fotografia

e le sue ultime parole

furono che mi amava.

 

Fatevi spazio, allora, nei ricordi,

nella scatola delle immagini arrugginite –

io ci entro in questo corpo

per quanto stretto mi stia.

 

 

*

inedito

 

Τα χόρτα

 

Έχουμε φτώχια μα εγώ δεν την καταλαβαίνω. Δεν ξέρω, τι πάει να πει φτώχια, νιώθω όμως κάτι άλλο: ντρέπομαι, όταν μπαίνουν μουσαφίρηδες στο σπίτι μας, γιατί είναι παλιό και τα ρούχα μας κι αυτά, παλιά είναι. Δυο χρονιές φορούσα το σακάκι της μεγάλης μου αδερφής το χειμώνα. Όλο το χειμώνα έτρεχε η μύτη μου. Τη σκούπιζα μια στο δεξί μανίκι του σακακιού, ύστερα στο αριστερό – μα το ίδιο έκαναν και οι άλλοι.

 

Έχουμε φτώχια. Ο πατέρας μου είναι άτυχος, αλλά καλός. Πρώτα είναι καλός και ύστερα άτυχος. Η ατυχία φαίνεται όμως να βαραίνει περισσότερο και μένει στο κρεβάτι μήνες με τη μέση του.
Έχουμε φτώχια, όμως εγώ δεν το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνει όμως η μάνα μου και κλαίει καμιά φορά στη θειά μου που μένει δίπλα μας. Δεν ξέρω, αν την καταλαβαίνει η θειά μου, τη μάνα μου εννοώ, γιατί μπορεί η μάνα μου να πηγαίνει στο σπίτι της και να κλαίει, αλλά άλλες φορές πάλι την κατηγορεί: τη λέει συμφεροντολόγα, όταν είμαστε μεταξύ μας.

 

Το χειμώνα το ένα μας φαϊ είναι χόρτα. Τη μια τα τρώμε βραστά, την άλλη τσιγαριστά, την άλλη με πατάτες – τηγανιτές ή βραστές. Καμιά φορά τρώμε κι αυγά. «Να αλλάζει λίγο λίγο» , λέει η μάνα μου. Τα χόρτα κάνουν καλό, βάζουμε και πολύ λάδι, γιατί κι αυτό κάνει καλό και σκοτώνει και τα σκουλήκια που έχω στην κοιλιά. Η γιαγιά μου πίνει και το ζουμί της βράσης, εγώ όμως δε μπορώ, γιατί δεν είμαι γέρος σαν τη γιαγιά μου να ΄χω τέτοιες συνήθειες , αλλά, γιατί είναι και πικρό.

 

Και στης ξαδέρφης μου στη χώρα τρώνε χόρτα. Αυτή όμως τα παραγγέλνει στο χωριό να της τα βρούνε και τους πληρώνει. Στης ξαδέρφης μου δεν έχουν φτώχια, όμως τα χόρτα είναι υγιεινά, γι΄ αυτό τα τρώνε. Και κάνουν μεγάλη χαρά: « Απ’ το χωριό μου είναι!», λέει η ξαδέρφη μου και περηφανεύεται.

 

Εκεί όμως, δεν τα τρώνε ποτέ σκέτα. Έχουν πάντα και ψάρι τηγανιτό και ανθότυρο. Τα βάνουν σε μεγάλα πιάτα και τα κόβουν με το μαχαίρι. Ύστερα τα τυλίγουν ωραία ωραία στο πιρούνι και τα βάνουν μικρές μπουκιές στο στόμα τους. Μια φορά που με είχε πάρει στο σπίτι της, τους έβλεπα. Εγώ δε μπορώ να τα φάω έτσι, μου φεύγει το μαχαίρι και λαδώνομαι. «Δεν πειράζει », μου λέει η ξαδέρφη μου, «πάρε και ψάρι».

 

Έχει όμως πολλά προβλήματα κι αυτή μου η καλή ξαδέρφη. Λένε πως ο ξάδερφος μου, ο άντρας της , έχει μια γκόμενα και πως τις περισσότερες μέρες δεν είναι στο σπίτι του, αλλά στης αλληνής. Και μια φορά – που με είχε πάλι πάρει στο σπίτι της – εκείνος φώναζε και ήθελε να φύγει. Δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο τόσο θυμωμένο. Καθόμασταν στο τραπέζι να φάμε, αυτός – ο ξάδερφος μου – έδωσε μια στην καρέκλα και σηκώθηκε. Η ξαδέρφη μου δε μπορούσε να μιλήσει, έτρεμαν τα χέρια της και είχε χλομιάσει . Είχε ζαρώσει ξαφνικά το πρόσωπό της και στριφογύριζε μια φέτα ψωμί στα δάχτυλά της . Έπιανε το πιρούνι, το μαχαίρι, άπλωνε το χέρι στο ποτήρι και τα άφηνε πάλι κάτω. Κάτι μισές συλλαβές του έλεγε, να κάτσει στο τραπέζι, μα δεν τις απόσωνε. Πήγαινε πάνω κάτω το λαρύγγι της, άνοιγε το στόμα της και φωνή δεν έβγαινε, μόνο κάτι «μα…» και «εγώ, δεν σου είπα … ».

-« Τελειώστε και σεις το φαϊ σας! », έλεγε στην κόρη της και σε μένα.

 

 

 

La cicoria

 

Siamo poveri ma io non lo capisco. Non so che significa essere poveri. Sento però qualcos’altro: mi vergogno quando abbiamo ospiti, perché casa nostra è vecchia e i vestiti, pure, sono vecchi. Per due inverni di fila ho portato la giacca di mia sorella grande. Tutto l’inverno a colarmi il naso. Me lo pulivo prima sulla manica sinistra, poi sulla destra – ma pure gli altri facevano lo stesso.

 

Siamo poveri. Mio padre è sfortunato, ma buono. Prima è buono e poi sfortunato. Ma la sfortuna sembra pesare di più, e così se ne rimane a letto mesi e mesi con i suoi reni. Siamo poveri, ma io non lo capisco. Lo capisce però la mamma, che a volte se ne va a piangere dalla zia che abita accanto. Non lo so se la zia la capisce, la mamma intendo, perché mamma va dalla zia a piangere e però altre volte la accusa: dice che è una calcolatrice, quando siamo fra noi.

 

D’inverno mangiamo solo cicoria. Una volta bollita, un’altra in padella, un’altra con le patate – in padella o bollite. A volte mangiamo anche le uova. “Per variare un pochetto”, dice mamma. La cicoria fa bene, ci mettiamo molto olio perché anche l’olio fa bene e ammazza i vermi che ho in pancia. La nonna si beve anche l’acqua della bollitura, ma io non ce la faccio non perché non sono vecchio come la nonna per avere queste manie, ma perché è troppo amara.

 

Anche da mia cugina in città mangiano la cicoria. Lei però la fa venire dal paese e la paga. A casa di mia cugina non sono poveri ma la cicoria fa bene, per questo la mangiano. E gli mette allegria: “Viene dal mio paese!”, dice mia cugina, e se ne vanta.

 

Lì però non la mangiano mai così com’è. Hanno sempre il pesce fritto e la ricotta. La mettono in piatti grandi e la tagliano con il coltello. Poi la avvolgono bene bene sulla forchetta e se ne mettono in bocca dei piccoli pezzetti. Una volta che ero andato a casa sua, li ho visti. Io non posso mangiare così, mi scappa il coltello e mi riempio d’olio. “Non fa niente”, mi dice mia cugina, “prendi anche il pesce”.

 

Però anche mia cugina, che è buona, ha tanti problemi. Dicono che mio cugino, cioè suo marito, ha un’altra e quasi tutti i giorni non torna a casa sua ma sta dall’altra. E una volta – che ancora mi aveva portato a casa sua – lui urlava che voleva andarsene. Non avevo mai visto un uomo così arrabbiato. Stavamo a tavola a mangiare, lui – mio cugino – buttò via la sedia e si alzò. Mia cugina non riusciva a parlare, le tremavano le mani ed era tutta bianca. Si era imbronciata e rigirava una fetta di pane fra le dita. Prendeva la forchetta e il coltello, allungava la mano verso il bicchiere e rimetteva tutto giù. Gli diceva delle mezze sillabe, di sedere a tavola, ma non finiva la frase. Mandava in su e in giù la laringe, apriva la bocca e la voce non usciva, solo certi “ma…” e “io non ti ho detto…”.

– “E voi finite quello che avete nel piatto!”, ci diceva, e a me e a sua figlia.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Γιώργος Καρτάκης γεννήθηκε το 1963 στα Χανιά. Σπούδασε και έζησε επί χρόνια στη Γερμανία. Υπήρξε συνεργάτης του Γερμανικού Ινστιτούτου Γκαίτε. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στα Χανιά. Είναι τακτικός συνεργάτης των διαδικτυακών λογοτεχνικών περιοδικών http://www.poiein.gr και http://www.poetenladen.de, όπου ο ίδιος, αλλά και σε συνεργασία με τον Γερμανό λογοτέχνη Jan Kuhlbrodt, έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής αρκετούς Γερμανούς και Έλληνες ποιητές. Καρπός αυτής της συνεργασίας είναι και μια επιλογή ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη στα γερμανικά από τις Εκδόσεις J. Beck. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τώρα που τα σύννεφα (Εκδόσεις Γαβριηλίδης). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα ιταλικά.

 

 

Yòrgos Kartàkis è nato a Chanià (Creta) nel 1963. Ha studiato ed è vissuto a lungo in Germania. È stato collaboratore dell’istituto Goethe. Lavora come insegnante a Chanià. È collaboratore delle riviste di letteratura online www.poiein.gr e www.poetenladen.de dove, in collaborazione con Jan Kuhlbrodt, vengono presentate traduzioni di poeti greci e tedeschi. Frutto di questo lavoro è, fra gli altri, una selezione di poesie di Kavafis tradotto in tedesco e pubblicato per le edizioni J. Beck. Nel 2013 ha pubblicato il primo libro di poesie Adesso che le nuvole (edizioni Gavriilìdis). Sua poesie sono state tradotte in tedesco e in italiano.

Γιώργος Καρτάκης

Yòrgos Kartàkis

 

 

από την συλλογή “Διασπορά”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015

dal libro “Diaspora”, edizioni Gavriilìdis, 2015

 

 

Του Βασιλάκη Σ.

Στον Βασίλη Σταριάδη

 

Βασιλάκη, του λέω, τί κάνεις με τόσο θάνατο,

δε σε πονούν τα κόκαλά σου;

 

Βασιλάκη, του λέω, το βλέπω στις φωτογραφίες

πως την απόφαση την είχες πάρει.

– Τί καταλαβαίνεις κι εσύ: μου απαντά.

 

Βασιλάκη, του λέω, σε νιώθω, σε νιώθω…

– Είναι που τον κουβαλάς κι εσύ, μου λέει.

 

Βασιλάκη, του λέω, πώς άντεξες;

– Όπως θ’ αντέξεις κι εσύ, μου λέει.

 

Βασιλάκη, του λέω, μου λείπεις!

 

Με κοίταξε γελαστός, έβαλε τα χέρια στις τσέπες κι απομακρύνθηκε. Το μπλε μπουφάν. Το πράσινο δέντρο. Ήταν μάλλον ελιά. Ο τοίχος ξεπλυμένο κόκκινο, γδαρμένο κόκκινο δεκαετίας. Προχώρησε στην αυλή. Άκουγα βήματα από δερμάτινες σόλες. Κάπου υπάρχει ένας βασιλικός, έλεγα. Ήμουνα σίγουρος. Κάπου υπάρχει κάτω απ΄την ελιά και σκιάζεται τα καλοκαίρια. Ο δικός μου νεκρός. Ο Βασιλάκης. Το χαμόγελό του.

 

Μόνο ποιήματα πεθαμένων θα διαβάζω πια.

Αυτοί ξέρουν.

 

 

Vassilàkis S.

a Vassìlis Steriàdis

 

Vassilàkis, gli dico, che fai con tanta morte,

non ti fanno male le ossa?

 

Vassilàkis, gli dico, lo vedo nella fotografia

che l’avevi presa, la decisione.

– Tu che ne vuoi sapere? mi risponde.

 

Vassilàkis, gli dico, ti sento, ti sento…

– È che anche tu la trasporti in te, mi dice.

 

Vassilàkis, gli dico, come hai resistito?

– Come farai anche tu, mi dice.

 

Vassilàkis, gli dico, mi manchi!

 

Mi guardò, rideva, s’infilò le mani in tasca e si allontanò. Blu il giaccone. L’albero verde. Forse un ulivo. Il muro rosso scolorito, rosso scorticato, anni e anni. Avanzò nel cortile. Sentivo questi passi di cuoio. Da qualche parte c’è del basilico, dicevo. Sicuro. Da qualche parte, sotto un ulivo, nell’ombra dell’estate. Il mio morto. Vassilàkis. Il suo sorriso.

 

Leggerò solamente le poesie dei morti.

Loro sanno.

 

 

*

 

 

Κουβέντα κάνουμε τώρα;
Πέρασα τη μισή μου ζωή στα νοσοκομεία
δείχνοντας φλέβες, μιλώντας για φόβο
κι έχω την αίσθηση
πως οι γιατροί
ήξεραν κάτι παραπάνω,
μα δεν το αποκάλυπταν.
Το διάβαζα στις ετικέτες των ορών,
το ψιθύριζαν στο αυτί των νοσοκόμων,
οι καθαρίστριες το έτριβαν χλωρίνη.
Πάντα οι διάδρομοι γυάλιζαν
από ένα νυσταγμένο φως
κι εγώ απαγορευόταν να καπνίσω
και να πιω καφέ.

Μόνο σε κάτι τουαλέτες κοινές
τράβαγα τη βελόνα
και άφηνα το αίμα
να σταλάξει στις ακαθαρσίες.

Το θέαμα τις νύχτες μού ξόρκιζαν
με υπνωτικά,
όταν ο διπλανός βογκούσε
απ΄τα βάθη του στήθους του
και η νυκτερινή ούρλιαζε στη γραμμή
για κάποιο επείγον.

 

 

Ma stiamo a chiacchierare?

 

Ho passato metà della vita negli ospedali

mostrando le vene, parlando per paura

e ho come l’impressione

che i medici

sapessero qualcosa di più,

ma mica lo dicevano.

 

Io lo leggevo sull’etichette della flebo,

lo bisbigliavano all’orecchio degli infermieri,

le donne delle pulizie

lo sfregavano con la clorina.

 

Sempre splendenti i corridoi

d’una luce assonnata

e mi era proibito fumare

e bere caffè.

 

Solo al bagno dei visitatori

mi tiravo via l’ago

lasciavo il sangue gocciolare

nel lerciume.

 

Mi esorcizzavano ogni visione notturna

con il sonnifero,

quando quello di fianco gemeva

dal fondo del petto

e il medico di guarda urlava al telefono

per qualche urgenza.

 

 

*

 

 

Συναντώντας τον Αντόρνο τη νέα χιλιετία

Nach Auschwittz ein Gedicht zu schreiben, ist barbarisch

 

Καμιά φορά βγάζω νύχια,

τους επιτρέπω, δηλαδή, να μεγαλώσουν,

κι αν βγω στο δρόμο, κάθε εικόνα με πονά.

-Ποιά ποίηση, λέω τότε,

δεν βλέπεις τον ανθρώπινο πόνο;

 

Τον βλέπω.

Πονούν, γιατί πονούν τον πλησίον.

Πεινούν, γιατί ληστεύουν τον πλησίον.

Εξαπατούνται, γιατί εξαπατούν τον πλησίον.

Ιδρύουν συλλόγους

εναντίον του πόνου,

εναντίον της κλοπής,

εναντίον της απάτης,

κι αρχίζουν πάλι ανάμεσά τους

να πληγώνονται, να ληστεύονται και να εξαπατούν.

 

Γυρίζω τότε πίσω.

Τόσο κακός που απόμεινα μόνος

και γράφω στίχους:

 

-Ναι, μου αξίζει η τιμωρία αυτή!

 

 

Incontro con Adorno nel nuovo millennio

Nach Auschwittz ein Gedicht zu schreiben, ist barbarisch

 

A volte io tiro fuori le unghie,

gli permetto, insomma, di crescere,

e se esco per strada ogni immagine mi fa del male.

 

– Ma quale poesia, dico,

non lo vedi il dolore dell’uomo?

– Lo vedo.

Soffrono, perché feriscono il prossimo.

Hanno fame, perché derubano il prossimo.

Sono ingannati, perché ingannano il prossimo.

Fondano associazioni

contro il dolore,

contro il furto,

contro la frode,

e subito ricominciano, fra loro

a ferirsi, derubardi e ingannarsi.

 

Allora torno indietro.

Tanto il male che sono rimasto da solo

a scrivere versi.

– Sì, me lo merito

questo castigo.

 

 

*

 

 

Μόνιμος κάτοικος

 

“Monsieur” μου λέει,

“θα κλείσουμε.

Το ξενοδοχείο θα κλείσει και πρέπει να φύγετε”.

Εξεπλάγην

“Και οι αποθηκευτικοί χώροι θα κλείσουν,

όπως ορίζει ο προφήτης,

αύριο ως τις δώδεκα λοιπόν”.

 

Και πού να περιπλανηθώ σ’ ετούτη την Κωνσταντινούπολη,

πάνω σε επτά λόφους,

σε επτά τόπους,

με επτά ψυχές

που ερίζουν τυφλά

και σέρνουν τα κορδόνια από τις γέφυρες

η κάθε μια απ’ τη μεριά της,

μέχρι να σπάσει,

μέχρι να σπάσει η ανατολή

σε χιλιάδες γυαλάκια μικρά

σαν θηλυκά διάφανα

στ΄ άγαρμπα χέρια των σουλτάνων;

 

Και πού να φύγω

που ούτε πιρόγα στο Βόσπορο ούτε πανί,

μόνο δυο τρία λαυράκια πράσινα που τα λέγανε ψάρια,

μια μυρωδιά υπόνομου,

ουρητήρια παντού ουρητήρια

και άντρες να πλένουνε το πέος τους επιμελώς,

γιατί ήταν ραμαζάνι κι έπρεπε

τη χειραποσκευή ν΄ αφήσουνε στους οχετούς

που άνοιγε ο δήμος.

 

Έκανα μια να κινήσω για πίσω:

“Πίσω” λέω, “η ψυχή μου μετά των ομοφύλων”,

μα με απέπεμπε η πατρίδα ειρωνικά.

Ήθελε βίζα

– κάτι περίεργοι καινούργιοι νόμοι που άλλαζαν –

κι αμφισβητούσε τα στοιχεία της ταυτότητας μου.

Αλλά ούτε να ψηλώσω προλάβαινα,

ούτε να γίνω καλύτερος

ή πιο μελαχρινός,

μόνο τις βαλίτσες μου μάζεψα,

τον οδηγό,

κάτι κάλτσες,

το μόνο καθαρό εσώρουχο

και φυγαδεύτηκα το βράδυ

σώος και υγιής

σε άλλο ξενοδοχείο.

το λεγόμενο “Paradise”.

 

 

Il residente

 

“Monsieur” mi dice,

“chiudiamo.

L’albergo chiude e dovete andarvene”.

Sorpresa

“Anche il guardaroba chiude,

come dice il profeta,

quindi domani fino alle dodici”.

 

E dove vado in questa Costantinopoli,

su sette colli,

in sette posti,

di sette anime

che litigano alla cieca

e tirano i cavi dai ponti

ognuna dalla sua,

fino a spezzarli,

fino a spezzare l’oriente

in mille piccoli vetri

come femmine diafane

fra le mani grette dei sultani?

 

E dove posso andare,

non una piroga sul Bosforo, non una vela,

solo due tre spigole verdi che chiamavano pesci,

un puzzo di fogna,

pisciatoi dappertutto pisciatoi

e gente che si lavava ben bene il pene,

perché era ramadan e dovevano

lasciare la valigia nelle cloache

aperte dal comune.

 

Feci per tornare indietro:

“Indietro” dico, “la mia anima dopo i pari sesso”

ma la patria mi scacciava con ironia.

Voleva il visto

– certe nuove strane leggi appena fatte –

e dubitava dei dati della mia identità.

Ma non ce l’ho fatta a crescere ancora,

né a diventare migliore

o più scuro,

ho raccolto solo le mie valigie,

la guida,

delle calze,

l’unica mutanda pulita

e sono evaso la sera

sano e salvo

per un altro albergo,

il cosidetto “Paradise”.

 

 

*

 

Orkan

 

Ποιά σχέση έχει αυτή η παραλία με τα πόδια μας;

Με τη γλώσσα σου έχει

που αν και χορτοφάγος το σώμα μου έγλυφες.

Με το στήθος σου έχει:

δυο βότσαλα στης δίψας μου τις θηλές.

 

Έτσι θα σε κοιμίσω απόψε:

χωρίς να μιλώ –

να κοιμίσω τον άνεμο

που αύριο θα μπει στο σπίτι:

– “Ανοίξτε, είμαι άυπνος,

απλώστε να φουσκώσω τα πανιά,

μη σας γεμίσω άμμο τα μαλλιά

και χάσετε το καλοκαίρι”.

 

Μισό χέρι σου πρόσφερα

να πιάσεις τα μαλλιά

 

με μια φουρκέτα στο στόμα σε θυμάμαι

μπροστά στον καθρέφτη,

πριν ανοίξεις την πόρτα στις θύελλες.

 

 

Orkan

 

Che c’entra questa spiaggia con i nostri piedi?

C’entra, con la tua lingua,

tu, vegetariana, che mi leccavi il corpo.

E con il tuo seno:

due ciottoli ai capezzoli della mia sete.

 

Ti addormenterò così, stasera:

senza parlare –

addormenterò il vento

che domani entrerà in casa:

– “Aprite, non posso dormire,

stendete le vele, e che si gonfino,

non voglio riempirvi i capelli di sabbia

non voglio perdiate l’estate.

 

Ti offrii una mano

per prendere i capelli

 

ti ricordo con una forchetta in bocca

di fronte allo specchio,

prima d’aprire la porta alle tempeste.

 

 

*

 

Εξάρτηση
Η κούκλα δεν πονά,
το παιδί πονά.

Η κούκλα έχει μπαταρίες,
το παιδί φωνές.

Όταν τελειώσουν οι μπαταρίες,
το παιδί θέλει μια αγκαλιά για να σωπάσει.

Η κούκλα κοιμάται όλο το απόγευμα στον καναπέ,
περιμένει να τη θυμηθεί το παιδί·
όμως εκείνο πιπιλίζει το δάχτυλό του
και θέλει κι άλλα παραμύθια.

Η κούκλα σκέφτεται
τη νύχτα να αυτοκτονήσει
τραβώντας τις φωνητικές χορδές του μωρού που
εγκυμονεί, γιατί
η τελευταία της ελπίδα είναι η ανακύκλωση.

Το παιδί το νιώθει
και φωνάζει στον ύπνο του
σαν το κοράκι.

 

 

Dipendenza

 

La bambola non soffre,

la bambina soffre.

 

La bambola ha batterie,

la bambina grida.

 

Quando finiscono le batterie

la bambina vuole un abbraccio per calmarsi.

 

La bambola dorme il pomeriggio intero sul divano,

attende che la bambina si ricordi;

ma lei si succhia il dito

e vuole ancora altre favole.

 

La bambola di notte

pensa al suicidio

e tira le corde vocali del feto che

porta in grembo, perché

la sua ultima speranza è il riciclo.

 

La bambina lo sente

e urla nel sonno

come il corvo.

 

 

*

 

 

Διαθήκη

 

Έζησα πιο παράτολμα απ’ ό,τι γράφω –

αυτό να το ξέρετε.

Δεν βγήκαν τούτοι οι στοίχοι

απ’ το μέτρο ή την ευπρέπια.

 

Εσείς, όμως, που έχετε ανάγκη τη σταθερότητα,

θα γ΄ραψετε όμορφους στίχους.

Κι εσείς που έχετε ανάγκη τους στίχους,

θα ζήσετε στο χείλος του γκρμού.

 

 

Testamento

 

Sono vissuto più avventatamente di come scrivo –

questo sappiatelo.

Questi versi non sono figli

della misura e della compostezza.

 

Voi, però, che avete bisogno della stabilità,

scriverete versi belli.

E voi, che avete bisogno di versi,

vivrete sull’orlo dell’abisso.

 

 

*

 

 

Είχα άσχημη μάνα
Εμένα η μάνα μου είχε πρησμένα χέρια
από την κορδέλα του εργοστασίου:
εξήντα καπάκια το λεπτό
και πέντε στόματα στο σπίτι μαζί με το δικό της
έπρεπε να κλείσει.
Δεν με έπαιρνε ποτέ αγκαλιά
ανάμεσα στα δωδεκάωρα,
ούτε και φρόντιζε ποτέ τον εαυτό της.
Είχε ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια,
αλλά το είχε ξεχάσει,
δεν απάτησε ποτέ τον πατέρα μου,
δεν έβγαλε ποτέ φωτογραφία
κι η τελευταία της κουβέντα
ήταν πως με αγαπά.

 

Χωρέστε, λοιπόν, στις αναμνήσεις σας,
στο κουτί με τις ξεθωριασμένες εικόνες –
εγώ χωράω σε ένα κορμί
κι ας με στενεύει.

 

 

Avevo una mamma brutta

 

Mia madre aveva le mani gonfie

per i nastrini della fabbrica:

sessanta coperchi al minuto,

cinque bocche a casa

più la sua

da riempire.

Non m’abbracciava mai

per dodici ore tutte intere,

e nemmeno si prendeva cura di sé.

Aveva i capelli biondi, gli occhi azzurri,

ma lo ricordava,

non rispondeva mai a mio padre,

non si fece mai una fotografia

e le sue ultime parole

furono che mi amava.

 

Fatevi spazio, allora, nei ricordi,

nella scatola delle immagini arrugginite –

io ci entro in questo corpo

per quanto stretto mi stia.

 

 

*

inedito

 

Τα χόρτα

 

Έχουμε φτώχια μα εγώ δεν την καταλαβαίνω. Δεν ξέρω, τι πάει να πει φτώχια, νιώθω όμως κάτι άλλο: ντρέπομαι, όταν μπαίνουν μουσαφίρηδες στο σπίτι μας, γιατί είναι παλιό και τα ρούχα μας κι αυτά, παλιά είναι. Δυο χρονιές φορούσα το σακάκι της μεγάλης μου αδερφής το χειμώνα. Όλο το χειμώνα έτρεχε η μύτη μου. Τη σκούπιζα μια στο δεξί μανίκι του σακακιού, ύστερα στο αριστερό – μα το ίδιο έκαναν και οι άλλοι.

 

Έχουμε φτώχια. Ο πατέρας μου είναι άτυχος, αλλά καλός. Πρώτα είναι καλός και ύστερα άτυχος. Η ατυχία φαίνεται όμως να βαραίνει περισσότερο και μένει στο κρεβάτι μήνες με τη μέση του.
Έχουμε φτώχια, όμως εγώ δεν το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνει όμως η μάνα μου και κλαίει καμιά φορά στη θειά μου που μένει δίπλα μας. Δεν ξέρω, αν την καταλαβαίνει η θειά μου, τη μάνα μου εννοώ, γιατί μπορεί η μάνα μου να πηγαίνει στο σπίτι της και να κλαίει, αλλά άλλες φορές πάλι την κατηγορεί: τη λέει συμφεροντολόγα, όταν είμαστε μεταξύ μας.

 

Το χειμώνα το ένα μας φαϊ είναι χόρτα. Τη μια τα τρώμε βραστά, την άλλη τσιγαριστά, την άλλη με πατάτες – τηγανιτές ή βραστές. Καμιά φορά τρώμε κι αυγά. «Να αλλάζει λίγο λίγο» , λέει η μάνα μου. Τα χόρτα κάνουν καλό, βάζουμε και πολύ λάδι, γιατί κι αυτό κάνει καλό και σκοτώνει και τα σκουλήκια που έχω στην κοιλιά. Η γιαγιά μου πίνει και το ζουμί της βράσης, εγώ όμως δε μπορώ, γιατί δεν είμαι γέρος σαν τη γιαγιά μου να ΄χω τέτοιες συνήθειες , αλλά, γιατί είναι και πικρό.

 

Και στης ξαδέρφης μου στη χώρα τρώνε χόρτα. Αυτή όμως τα παραγγέλνει στο χωριό να της τα βρούνε και τους πληρώνει. Στης ξαδέρφης μου δεν έχουν φτώχια, όμως τα χόρτα είναι υγιεινά, γι΄ αυτό τα τρώνε. Και κάνουν μεγάλη χαρά: « Απ’ το χωριό μου είναι!», λέει η ξαδέρφη μου και περηφανεύεται.

 

Εκεί όμως, δεν τα τρώνε ποτέ σκέτα. Έχουν πάντα και ψάρι τηγανιτό και ανθότυρο. Τα βάνουν σε μεγάλα πιάτα και τα κόβουν με το μαχαίρι. Ύστερα τα τυλίγουν ωραία ωραία στο πιρούνι και τα βάνουν μικρές μπουκιές στο στόμα τους. Μια φορά που με είχε πάρει στο σπίτι της, τους έβλεπα. Εγώ δε μπορώ να τα φάω έτσι, μου φεύγει το μαχαίρι και λαδώνομαι. «Δεν πειράζει », μου λέει η ξαδέρφη μου, «πάρε και ψάρι».

 

Έχει όμως πολλά προβλήματα κι αυτή μου η καλή ξαδέρφη. Λένε πως ο ξάδερφος μου, ο άντρας της , έχει μια γκόμενα και πως τις περισσότερες μέρες δεν είναι στο σπίτι του, αλλά στης αλληνής. Και μια φορά – που με είχε πάλι πάρει στο σπίτι της – εκείνος φώναζε και ήθελε να φύγει. Δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο τόσο θυμωμένο. Καθόμασταν στο τραπέζι να φάμε, αυτός – ο ξάδερφος μου – έδωσε μια στην καρέκλα και σηκώθηκε. Η ξαδέρφη μου δε μπορούσε να μιλήσει, έτρεμαν τα χέρια της και είχε χλομιάσει . Είχε ζαρώσει ξαφνικά το πρόσωπό της και στριφογύριζε μια φέτα ψωμί στα δάχτυλά της . Έπιανε το πιρούνι, το μαχαίρι, άπλωνε το χέρι στο ποτήρι και τα άφηνε πάλι κάτω. Κάτι μισές συλλαβές του έλεγε, να κάτσει στο τραπέζι, μα δεν τις απόσωνε. Πήγαινε πάνω κάτω το λαρύγγι της, άνοιγε το στόμα της και φωνή δεν έβγαινε, μόνο κάτι «μα…» και «εγώ, δεν σου είπα … ».

-« Τελειώστε και σεις το φαϊ σας! », έλεγε στην κόρη της και σε μένα.

 

 

 

La cicoria

 

Siamo poveri ma io non lo capisco. Non so che significa essere poveri. Sento però qualcos’altro: mi vergogno quando abbiamo ospiti, perché casa nostra è vecchia e i vestiti, pure, sono vecchi. Per due inverni di fila ho portato la giacca di mia sorella grande. Tutto l’inverno a colarmi il naso. Me lo pulivo prima sulla manica sinistra, poi sulla destra – ma pure gli altri facevano lo stesso.

 

Siamo poveri. Mio padre è sfortunato, ma buono. Prima è buono e poi sfortunato. Ma la sfortuna sembra pesare di più, e così se ne rimane a letto mesi e mesi con i suoi reni. Siamo poveri, ma io non lo capisco. Lo capisce però la mamma, che a volte se ne va a piangere dalla zia che abita accanto. Non lo so se la zia la capisce, la mamma intendo, perché mamma va dalla zia a piangere e però altre volte la accusa: dice che è una calcolatrice, quando siamo fra noi.

 

D’inverno mangiamo solo cicoria. Una volta bollita, un’altra in padella, un’altra con le patate – in padella o bollite. A volte mangiamo anche le uova. “Per variare un pochetto”, dice mamma. La cicoria fa bene, ci mettiamo molto olio perché anche l’olio fa bene e ammazza i vermi che ho in pancia. La nonna si beve anche l’acqua della bollitura, ma io non ce la faccio non perché non sono vecchio come la nonna per avere queste manie, ma perché è troppo amara.

 

Anche da mia cugina in città mangiano la cicoria. Lei però la fa venire dal paese e la paga. A casa di mia cugina non sono poveri ma la cicoria fa bene, per questo la mangiano. E gli mette allegria: “Viene dal mio paese!”, dice mia cugina, e se ne vanta.

 

Lì però non la mangiano mai così com’è. Hanno sempre il pesce fritto e la ricotta. La mettono in piatti grandi e la tagliano con il coltello. Poi la avvolgono bene bene sulla forchetta e se ne mettono in bocca dei piccoli pezzetti. Una volta che ero andato a casa sua, li ho visti. Io non posso mangiare così, mi scappa il coltello e mi riempio d’olio. “Non fa niente”, mi dice mia cugina, “prendi anche il pesce”.

 

Però anche mia cugina, che è buona, ha tanti problemi. Dicono che mio cugino, cioè suo marito, ha un’altra e quasi tutti i giorni non torna a casa sua ma sta dall’altra. E una volta – che ancora mi aveva portato a casa sua – lui urlava che voleva andarsene. Non avevo mai visto un uomo così arrabbiato. Stavamo a tavola a mangiare, lui – mio cugino – buttò via la sedia e si alzò. Mia cugina non riusciva a parlare, le tremavano le mani ed era tutta bianca. Si era imbronciata e rigirava una fetta di pane fra le dita. Prendeva la forchetta e il coltello, allungava la mano verso il bicchiere e rimetteva tutto giù. Gli diceva delle mezze sillabe, di sedere a tavola, ma non finiva la frase. Mandava in su e in giù la laringe, apriva la bocca e la voce non usciva, solo certi “ma…” e “io non ti ho detto…”.

– “E voi finite quello che avete nel piatto!”, ci diceva, e a me e a sua figlia.

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Γιώργος Καρτάκης γεννήθηκε το 1963 στα Χανιά. Σπούδασε και έζησε επί χρόνια στη Γερμανία. Υπήρξε συνεργάτης του Γερμανικού Ινστιτούτου Γκαίτε. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στα Χανιά. Είναι τακτικός συνεργάτης των διαδικτυακών λογοτεχνικών περιοδικών http://www.poiein.gr και http://www.poetenladen.de, όπου ο ίδιος, αλλά και σε συνεργασία με τον Γερμανό λογοτέχνη Jan Kuhlbrodt, έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής αρκετούς Γερμανούς και Έλληνες ποιητές. Καρπός αυτής της συνεργασίας είναι και μια επιλογή ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη στα γερμανικά από τις Εκδόσεις J. Beck. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τώρα που τα σύννεφα (Εκδόσεις Γαβριηλίδης). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα ιταλικά.

 

 

Yòrgos Kartàkis è nato a Chanià (Creta) nel 1963. Ha studiato ed è vissuto a lungo in Germania. È stato collaboratore dell’istituto Goethe. Lavora come insegnante a Chanià. È collaboratore delle riviste di letteratura online www.poiein.gr e www.poetenladen.de dove, in collaborazione con Jan Kuhlbrodt, vengono presentate traduzioni di poeti greci e tedeschi. Frutto di questo lavoro è, fra gli altri, una selezione di poesie di Kavafis tradotto in tedesco e pubblicato per le edizioni J. Beck. Nel 2013 ha pubblicato il primo libro di poesie Adesso che le nuvole (edizioni Gavriilìdis). Sua poesie sono state tradotte in tedesco e in italiano.

Με το στήθος σου έχει:

δυο βότσαλα στης δίψας μου τις θηλές.

 

Έτσι θα σε κοιμίσω απόψε:

χωρίς να μιλώ –

να κοιμίσω τον άνεμο

που αύριο θα μπει στο σπίτι:

– “Ανοίξτε, είμαι άυπνος,

απλώστε να φουσκώσω τα πανιά,

μη σας γεμίσω άμμο τα μαλλιά

και χάσετε το καλοκαίρι”.

 

Μισό χέρι σου πρόσφερα

να πιάσεις τα μαλλιά

 

με μια φουρκέτα στο στόμα σε θυμάμαι

μπροστά στον καθρέφτη,

πριν ανοίξεις την πόρτα στις θύελλες.

 

 

Orkan

 

Che c’entra questa spiaggia con i nostri piedi?

C’entra, con la tua lingua,

tu, vegetariana, che mi leccavi il corpo.

E con il tuo seno:

due ciottoli ai capezzoli della mia sete.

 

Ti addormenterò così, stasera:

senza parlare –

addormenterò il vento

che domani entrerà in casa:

– “Aprite, non posso dormire,

stendete le vele, e che si gonfino,

non voglio riempirvi i capelli di sabbia

non voglio perdiate l’estate.

 

Ti offrii una mano

per prendere i capelli

 

ti ricordo con una forchetta in bocca

di fronte allo specchio,

prima d’aprire la porta alle tempeste.

 

 

*

 

Εξάρτηση
Η κούκλα δεν πονά,
το παιδί πονά.

Η κούκλα έχει μπαταρίες,
το παιδί φωνές.

Όταν τελειώσουν οι μπαταρίες,
το παιδί θέλει μια αγκαλιά για να σωπάσει.

Η κούκλα κοιμάται όλο το απόγευμα στον καναπέ,
περιμένει να τη θυμηθεί το παιδί·
όμως εκείνο πιπιλίζει το δάχτυλό του
και θέλει κι άλλα παραμύθια.

Η κούκλα σκέφτεται
τη νύχτα να αυτοκτονήσει
τραβώντας τις φωνητικές χορδές του μωρού που
εγκυμονεί, γιατί
η τελευταία της ελπίδα είναι η ανακύκλωση.

Το παιδί το νιώθει
και φωνάζει στον ύπνο του
σαν το κοράκι.

 

 

Dipendenza

 

La bambola non soffre,

la bambina soffre.

 

La bambola ha batterie,

la bambina grida.

 

Quando finiscono le batterie

la bambina vuole un abbraccio per calmarsi.

 

La bambola dorme il pomeriggio intero sul divano,

attende che la bambina si ricordi;

ma lei si succhia il dito

e vuole ancora altre favole.

 

La bambola di notte

pensa al suicidio

e tira le corde vocali del feto che

porta in grembo, perché

la sua ultima speranza è il riciclo.

 

La bambina lo sente

e urla nel sonno

come il corvo.

 

 

*

 

 

Διαθήκη

 

Έζησα πιο παράτολμα απ’ ό,τι γράφω –

αυτό να το ξέρετε.

Δεν βγήκαν τούτοι οι στοίχοι

απ’ το μέτρο ή την ευπρέπια.

 

Εσείς, όμως, που έχετε ανάγκη τη σταθερότητα,

θα γ΄ραψετε όμορφους στίχους.

Κι εσείς που έχετε ανάγκη τους στίχους,

θα ζήσετε στο χείλος του γκρμού.

 

 

Testamento

 

Sono vissuto più avventatamente di come scrivo –

questo sappiatelo.

Questi versi non sono figli

della misura e della compostezza.

 

Voi, però, che avete bisogno della stabilità,

scriverete versi belli.

E voi, che avete bisogno di versi,

vivrete sull’orlo dell’abisso.

 

 

*

 

 

Είχα άσχημη μάνα
Εμένα η μάνα μου είχε πρησμένα χέρια
από την κορδέλα του εργοστασίου:
εξήντα καπάκια το λεπτό
και πέντε στόματα στο σπίτι μαζί με το δικό της
έπρεπε να κλείσει.
Δεν με έπαιρνε ποτέ αγκαλιά
ανάμεσα στα δωδεκάωρα,
ούτε και φρόντιζε ποτέ τον εαυτό της.
Είχε ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια,
αλλά το είχε ξεχάσει,
δεν απάτησε ποτέ τον πατέρα μου,
δεν έβγαλε ποτέ φωτογραφία
κι η τελευταία της κουβέντα
ήταν πως με αγαπά.

 

Χωρέστε, λοιπόν, στις αναμνήσεις σας,
στο κουτί με τις ξεθωριασμένες εικόνες –
εγώ χωράω σε ένα κορμί
κι ας με στενεύει.

 

 

Avevo una mamma brutta

 

Mia madre aveva le mani gonfie

per i nastrini della fabbrica:

sessanta coperchi al minuto,

cinque bocche a casa

più la sua

da riempire.

Non m’abbracciava mai

per dodici ore tutte intere,

e nemmeno si prendeva cura di sé.

Aveva i capelli biondi, gli occhi azzurri,

ma lo ricordava,

non rispondeva mai a mio padre,

non si fece mai una fotografia

e le sue ultime parole

furono che mi amava.

 

Fatevi spazio, allora, nei ricordi,

nella scatola delle immagini arrugginite –

io ci entro in questo corpo

per quanto stretto mi stia.

 

 

*

inedito

 

Τα χόρτα

 

Έχουμε φτώχια μα εγώ δεν την καταλαβαίνω. Δεν ξέρω, τι πάει να πει φτώχια, νιώθω όμως κάτι άλλο: ντρέπομαι, όταν μπαίνουν μουσαφίρηδες στο σπίτι μας, γιατί είναι παλιό και τα ρούχα μας κι αυτά, παλιά είναι. Δυο χρονιές φορούσα το σακάκι της μεγάλης μου αδερφής το χειμώνα. Όλο το χειμώνα έτρεχε η μύτη μου. Τη σκούπιζα μια στο δεξί μανίκι του σακακιού, ύστερα στο αριστερό – μα το ίδιο έκαναν και οι άλλοι.

 

Έχουμε φτώχια. Ο πατέρας μου είναι άτυχος, αλλά καλός. Πρώτα είναι καλός και ύστερα άτυχος. Η ατυχία φαίνεται όμως να βαραίνει περισσότερο και μένει στο κρεβάτι μήνες με τη μέση του.
Έχουμε φτώχια, όμως εγώ δεν το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνει όμως η μάνα μου και κλαίει καμιά φορά στη θειά μου που μένει δίπλα μας. Δεν ξέρω, αν την καταλαβαίνει η θειά μου, τη μάνα μου εννοώ, γιατί μπορεί η μάνα μου να πηγαίνει στο σπίτι της και να κλαίει, αλλά άλλες φορές πάλι την κατηγορεί: τη λέει συμφεροντολόγα, όταν είμαστε μεταξύ μας.

 

Το χειμώνα το ένα μας φαϊ είναι χόρτα. Τη μια τα τρώμε βραστά, την άλλη τσιγαριστά, την άλλη με πατάτες – τηγανιτές ή βραστές. Καμιά φορά τρώμε κι αυγά. «Να αλλάζει λίγο λίγο» , λέει η μάνα μου. Τα χόρτα κάνουν καλό, βάζουμε και πολύ λάδι, γιατί κι αυτό κάνει καλό και σκοτώνει και τα σκουλήκια που έχω στην κοιλιά. Η γιαγιά μου πίνει και το ζουμί της βράσης, εγώ όμως δε μπορώ, γιατί δεν είμαι γέρος σαν τη γιαγιά μου να ΄χω τέτοιες συνήθειες , αλλά, γιατί είναι και πικρό.

 

Και στης ξαδέρφης μου στη χώρα τρώνε χόρτα. Αυτή όμως τα παραγγέλνει στο χωριό να της τα βρούνε και τους πληρώνει. Στης ξαδέρφης μου δεν έχουν φτώχια, όμως τα χόρτα είναι υγιεινά, γι΄ αυτό τα τρώνε. Και κάνουν μεγάλη χαρά: « Απ’ το χωριό μου είναι!», λέει η ξαδέρφη μου και περηφανεύεται.

 

Εκεί όμως, δεν τα τρώνε ποτέ σκέτα. Έχουν πάντα και ψάρι τηγανιτό και ανθότυρο. Τα βάνουν σε μεγάλα πιάτα και τα κόβουν με το μαχαίρι. Ύστερα τα τυλίγουν ωραία ωραία στο πιρούνι και τα βάνουν μικρές μπουκιές στο στόμα τους. Μια φορά που με είχε πάρει στο σπίτι της, τους έβλεπα. Εγώ δε μπορώ να τα φάω έτσι, μου φεύγει το μαχαίρι και λαδώνομαι. «Δεν πειράζει », μου λέει η ξαδέρφη μου, «πάρε και ψάρι».

 

Έχει όμως πολλά προβλήματα κι αυτή μου η καλή ξαδέρφη. Λένε πως ο ξάδερφος μου, ο άντρας της , έχει μια γκόμενα και πως τις περισσότερες μέρες δεν είναι στο σπίτι του, αλλά στης αλληνής. Και μια φορά – που με είχε πάλι πάρει στο σπίτι της – εκείνος φώναζε και ήθελε να φύγει. Δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο τόσο θυμωμένο. Καθόμασταν στο τραπέζι να φάμε, αυτός – ο ξάδερφος μου – έδωσε μια στην καρέκλα και σηκώθηκε. Η ξαδέρφη μου δε μπορούσε να μιλήσει, έτρεμαν τα χέρια της και είχε χλομιάσει . Είχε ζαρώσει ξαφνικά το πρόσωπό της και στριφογύριζε μια φέτα ψωμί στα δάχτυλά της . Έπιανε το πιρούνι, το μαχαίρι, άπλωνε το χέρι στο ποτήρι και τα άφηνε πάλι κάτω. Κάτι μισές συλλαβές του έλεγε, να κάτσει στο τραπέζι, μα δεν τις απόσωνε. Πήγαινε πάνω κάτω το λαρύγγι της, άνοιγε το στόμα της και φωνή δεν έβγαινε, μόνο κάτι «μα…» και «εγώ, δεν σου είπα … ».

-« Τελειώστε και σεις το φαϊ σας! », έλεγε στην κόρη της και σε μένα.

 

 

 

La cicoria

 

Siamo poveri ma io non lo capisco. Non so che significa essere poveri. Sento però qualcos’altro: mi vergogno quando abbiamo ospiti, perché casa nostra è vecchia e i vestiti, pure, sono vecchi. Per due inverni di fila ho portato la giacca di mia sorella grande. Tutto l’inverno a colarmi il naso. Me lo pulivo prima sulla manica sinistra, poi sulla destra – ma pure gli altri facevano lo stesso.

 

Siamo poveri. Mio padre è sfortunato, ma buono. Prima è buono e poi sfortunato. Ma la sfortuna sembra pesare di più, e così se ne rimane a letto mesi e mesi con i suoi reni. Siamo poveri, ma io non lo capisco. Lo capisce però la mamma, che a volte se ne va a piangere dalla zia che abita accanto. Non lo so se la zia la capisce, la mamma intendo, perché mamma va dalla zia a piangere e però altre volte la accusa: dice che è una calcolatrice, quando siamo fra noi.

 

D’inverno mangiamo solo cicoria. Una volta bollita, un’altra in padella, un’altra con le patate – in padella o bollite. A volte mangiamo anche le uova. “Per variare un pochetto”, dice mamma. La cicoria fa bene, ci mettiamo molto olio perché anche l’olio fa bene e ammazza i vermi che ho in pancia. La nonna si beve anche l’acqua della bollitura, ma io non ce la faccio non perché non sono vecchio come la nonna per avere queste manie, ma perché è troppo amara.

 

Anche da mia cugina in città mangiano la cicoria. Lei però la fa venire dal paese e la paga. A casa di mia cugina non sono poveri ma la cicoria fa bene, per questo la mangiano. E gli mette allegria: “Viene dal mio paese!”, dice mia cugina, e se ne vanta.

 

Lì però non la mangiano mai così com’è. Hanno sempre il pesce fritto e la ricotta. La mettono in piatti grandi e la tagliano con il coltello. Poi la avvolgono bene bene sulla forchetta e se ne mettono in bocca dei piccoli pezzetti. Una volta che ero andato a casa sua, li ho visti. Io non posso mangiare così, mi scappa il coltello e mi riempio d’olio. “Non fa niente”, mi dice mia cugina, “prendi anche il pesce”.

 

Però anche mia cugina, che è buona, ha tanti problemi. Dicono che mio cugino, cioè suo marito, ha un’altra e quasi tutti i giorni non torna a casa sua ma sta dall’altra. E una volta – che ancora mi aveva portato a casa sua – lui urlava che voleva andarsene. Non avevo mai visto un uomo così arrabbiato. Stavamo a tavola a mangiare, lui – mio cugino – buttò via la sedia e si alzò. Mia cugina non riusciva a parlare, le tremavano le mani ed era tutta bianca. Si era imbronciata e rigirava una fetta di pane fra le dita. Prendeva la forchetta e il coltello, allungava la mano verso il bicchiere e rimetteva tutto giù. Gli diceva delle mezze sillabe, di sedere a tavola, ma non finiva la frase. Mandava in su e in giù la laringe, apriva la bocca e la voce non usciva, solo certi “ma…” e “io non ti ho detto…”.

– “E voi finite quello che avete nel piatto!”, ci diceva, e a me e a sua figlia.

 

kartakisΟ Γιώργος Καρτάκης γεννήθηκε το 1963 στα Χανιά. Σπούδασε και έζησε επί χρόνια στη Γερμανία. Υπήρξε συνεργάτης του Γερμανικού Ινστιτούτου Γκαίτε. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στα Χανιά. Είναι τακτικός συνεργάτης των διαδικτυακών λογοτεχνικών περιοδικών http://www.poiein.gr και http://www.poetenladen.de, όπου ο ίδιος, αλλά και σε συνεργασία με τον Γερμανό λογοτέχνη Jan Kuhlbrodt, έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής αρκετούς Γερμανούς και Έλληνες ποιητές. Καρπός αυτής της συνεργασίας είναι και μια επιλογή ποιημάτων του Κ.Π. Καβάφη στα γερμανικά από τις Εκδόσεις J. Beck. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τώρα που τα σύννεφα (Εκδόσεις Γαβριηλίδης). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και στα ιταλικά.

 Yòrgos Kartàkis è nato a Chanià (Creta) nel 1963. Ha studiato ed è vissuto a lungo in Germania. È stato collaboratore dell’istituto Goethe. Lavora come insegnante a Chanià. È collaboratore delle riviste di letteratura online www.poiein.gr e www.poetenladen.de dove, in collaborazione con Jan Kuhlbrodt, vengono presentate traduzioni di poeti greci e tedeschi. Frutto di questo lavoro è, fra gli altri, una selezione di poesie di Kavafis tradotto in tedesco e pubblicato per le edizioni J. Beck. Nel 2013 ha pubblicato il primo libro di poesie Adesso che le nuvole (edizioni Gavriilìdis). Sua poesie sono state tradotte in tedesco e in italiano.

Advertisements


Categories: Greek Poetry, Poiein/ΠΟΙEIN

Tags: , , ,

1 reply

  1. Splendide come sempre le proposte dalla poesia greca contemporanea. Grazie.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: